Μπλοκάρουν επενδύσεις; Οι δύο Ελλάδες

3

Νίκος Φιλιππίδης

Την εποχή που ετοιμάζεται να «ανέβει» στην κοινωνία το ίδιο «έργο» όπως παλιά, αυτό της τοξικότητας, η καλύτερη απάντηση είναι πάντα η τεκμηρίωση. Η «ακύρωση» στην πράξη με νηφάλια επιχειρήματα, ενισχυμένα όμως με δόσεις αυτοκριτικής, όλων των θεωριών συνωμοσίας ή των φορτισμένων βεβαιοτήτων που κατακλύζουν τη δημόσια συζήτηση. Σε αυτό το πεδίο η κυβέρνηση δεν τα έχει πάει καλά. Ακόμα και όταν το επιχειρεί, η τεκμηρίωση των όσων λέει, είτε δεν υποστηρίζεται με πάθος και συνέπεια, είτε χάνεται μέσα στις φωνές των «εμπόρων» του μίσους και της τοξικότητας.

Από το Συνέδριο της ΝΔ που έγιναν πολλά και ενδιαφέροντα. Αλλά και άλλα λιγότερο ενδιαφέροντα έως και τετριμμένα, όπως οι ομιλίες πολλών υπουργών, προσωπικά ξεχώρισα την ομιλία της ευρωβουλευτού του κόμματος Μαρίας Σπυράκη. Πολύ απλά μίλησε συγκεκριμένα. Η συλλογιστική της αφορούσε τον χώρο που γνωρίζει πολύ καλά, αυτόν της ενέργειας.

Κρατάω δύο πράγματα. Μια πληροφορία, που δεν έχει ακουστεί με επιμονή από κυβερνητικά χείλη, παρά το γεγονός ότι όλοι οι ορθολογικοί άνθρωποι θα έπρεπε να την έχουν στο μυαλό τους. Οτι για κάθε μεγαβατώρα ηλεκτρισμού που παράγουμε από λιγνίτη προστίθενται στο κόστος του, 94 ευρώ ανά μετρικό τόνο από την εκπομπή του διοξειδίου του άνθρακα. Αυτό σημαίνει, ανέφερε η κ. Σπυράκη, ότι ο λιγνίτης εκτός από ανθυγιεινός είναι και ακριβός και δημιουργεί εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες στο να ανταπεξέλθουν τα νοικοκυριά.

Το δεύτερο που είπε ήταν μια καταγγελία με σαφείς και ξεκάθαρους αποδέκτες, πολλοί από τους οποίους φωτογραφίζονταν με τα κυβερνητικά στελέχη στους διαδρόμους του συνεδρίου. Δεν είναι δυνατόν, είπε, δήμοι που ελέγχονται από πλειοψηφίες του κόμματος, δήμοι που ελέγχονται από την προοδευτική πλειοψηφία της ΝΔ να βγάζουν αποφάσεις εναντίον αδειοδοτημένων ΑΠΕ. Δεν είναι δυνατόν, πρόσθεσε, «να προχωρούμε στη νέα εποχή με τη συμβολή του υπουργείου, με προοδευτικά νομοθετήματα και αυτά να έχουν κενό εφαρμογής, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι άνθρωποί μας, στελέχη μας, ακούνε τις φωνές του λαϊκισμού και όχι τις φωνές της επιστήμης».

Φτηνό ρεύμα κατέληξε είναι το πράσινο ρεύμα. Και για να έχουμε πράσινο ρεύμα χρειάζεται εκτός από τις αδειοδοτήσεις, οι οποίες θα επιταχυνθούν, να έχουμε και αποδοχή στην εγκατάσταση. Επί της ουσίας η ευρωβουλευτής ανέδειξε τις δύο Ελλάδες που συνεχίζουν να υπάρχουν στην κοινωνία και προφανέστατα στο εσωτερικό των μεγάλων κομμάτων.

Από τη μια η Ελλάδα του φαντασιακού. Οπου ο λιγνίτης επειδή παράγεται εγχωρίως δήθεν θα μας λύσει τα προβλήματα, άλλο ότι είναι και θα είναι, μόλις περάσει η κρίση του φυσικού αερίου, το πιο ακριβό και επικίνδυνο για την υγεία καύσιμο. Στην ίδια «παλιά» Ελλάδα συνυπάρχουν οι κήρυκες των θεωριών συνωμοσίας για τις ΑΠΕ, τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά πάρκα, που απλά στηρίζουν τοπικά μικροσυμφέροντα. Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι ρεαλιστικές φωνές, που βλέπουν ένα μέλλον διαφορετικό.

Η κυβέρνηση έχει δώσει δείγματα γραφής φέρνοντας πιο κοντά αυτό το μέλλον, βοηθώντας μεγάλες πολυεθνικές να επενδύσουν στην Ελλάδα. Κανονική ωστόσο χώρα για να επενδύσει κάποιος, δεν είμαστε ακόμα. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης είναι σημαντικές, αλλά θα χρειαστεί διάχυση αυτής της ανάγκης σε όλα τα επίπεδα του κράτους. Διάφορα τοπικά «έθιμα» και μηχανισμοί στέκονται απέναντι σε κάθε αλλαγή, σε κάθε επένδυση. Υπάρχουν δύο τρόποι να τα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση. Ο ένας να κλείσει τα μάτια για να μη χάσει ψήφους. Ο άλλος να ανοίξει τα μάτια, να το συζητήσει δημοσίως και να τους εκθέσει, προκειμένου να δείξει ότι πιστεύει στις αλλαγές που η ίδια φέρνει…

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ

Ακολουθήστε το Entospolis στο Facebook