
Διονύσης Μαγουλάς
Η κρίση ασφάλειας στη Γαλλία αποκαλύπτει τα όρια της δεκαετίας Μακρόν. Το Κέντρο αναζητεί πολιτική συνοχή απέναντι στην Ακροδεξιά και τη ριζοσπαστική Αριστερά.
Η Γαλλία οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 με ένα ανησυχητικό ερώτημα να κυριαρχεί: μπορεί το κράτος να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών του; Οι καταστροφές του προηγούμενου Σαββατοκύριακου και η ρατσιστική τρομοκρατική επίθεση στην Τραπ, με έναν νεκρό και πέντε τραυματίες, αποτυπώνουν διαφορετικές εκφάνσεις μιας βαθιάς κρίσης. Η βία στους δρόμους, η τρομοκρατία και η αίσθηση απώλειας ελέγχου υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, εντείνοντας την πολιτική πόλωση.
Στα πολιτικά δεδομένα, η Μαρίν Λεπέν προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν διατηρεί ισχυρή παρουσία και το μετριοπαθές Κέντρο εμφανίζεται κατακερματισμένο. Η ασφάλεια έχει μετατραπεί σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με τον Εθνικό Συναγερμό (Rassemblement Nationale) να προτάσσει την αυστηροποίηση της δημόσιας τάξης και τη ριζοσπαστική Αριστερά να επικεντρώνεται στις κοινωνικές αιτίες της αναταραχής και στην αστυνομική δράση.
Το ερώτημα αφορά αναπόφευκτα τον Εμανουέλ Μακρόν. Πώς ένας πρόεδρος που κυβέρνησε σχεδόν μία δεκαετία, προβάλλοντας τη σταθερότητα και τη θεσμική υπευθυνότητα, αφήνει πίσω του έναν τόσο ευάλωτο πολιτικό χώρο;
Μια προεδρία χωρίς ισχυρή παράταξη
Το 2017 ο Μακρόν ανέτρεψε το παραδοσιακό κομματικό σύστημα της Πέμπτης Δημοκρατίας. Συγκέντρωσε φιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες και μετριοπαθείς συντηρητικούς, εξασφαλίζοντας μαζί με τους συμμάχους του 350 έδρες στην Εθνοσυνέλευση, διαθέτοντας την κοινοβουλευτική ισχύ και τον πολιτικό χρόνο για να δημιουργήσει μια ανθεκτική μεταρρυθμιστική παράταξη.
Ωστόσο, η Δημοκρατία Εμπρός (La République en marche), μετέπειτα Αναγέννηση (Rennaisance), παρέμεινε εξαιρετικά εξαρτημένη από τον ιδρυτή της. Η συγκεντρωτική λειτουργία, η περιορισμένη αυτονομία των στελεχών και η αδύναμη παρουσία στην τοπική αυτοδιοίκηση εμπόδισαν τη δημιουργία μόνιμων κοινωνικών δεσμών. Δεν υπήρχε αυτό που έχει ονομαστεί αντίστοιχα στην ελληνική περίπτωση, κοινωνική γείωση
Αυτή η οργανωτική αδυναμία απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα της ασφάλειας. Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και της κοινωνικής βίας απαιτεί αποτελεσματική αστυνόμευση, ισχυρούς θεσμούς, συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες και εμπιστοσύνη προς το κράτος. Μια πολιτική παράταξη χωρίς επαρκή παρουσία στις γειτονιές και στους δήμους δυσκολεύεται περισσότερο να αφουγκραστεί τις ανησυχίες των πολιτών, να υπερασπιστεί τις κυβερνητικές επιλογές και να εξηγήσει τα αποτελέσματά τους.
Ο Μακρόν αντιμετώπισε αυτή την πρόκληση με τα εργαλεία ενός ισχυρού προεδρικού κράτους, χωρίς να αποκτήσει αντίστοιχα ισχυρούς πολιτικούς διαύλους στην κοινωνία. Οι εντάσεις των Κίτρινων Γιλέκων, η σύγκρουση για το συνταξιοδοτικό και η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 επιτάχυναν τη φθορά. Η προεδρική συμμαχία περιορίστηκε στις 245 έδρες το 2022 και στις 163 το 2024.
Η ασφάλεια ως πολιτική δοκιμασία
Η σημερινή κρίση αναδεικνύει το κόστος αυτής της επιλογής. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος αδυνατεί να προστατεύσει την καθημερινότητά τους, η συζήτηση μετατοπίζεται από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στην ίδια την αποτελεσματικότητα της εξουσίας. Η Ακροδεξιά επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια, ενώ οι αντιπαραθέσεις γύρω από τις βίαιες διαδηλώσεις βαθαίνουν το χάσμα μεταξύ των πολιτικών στρατοπέδων.
Η αδυναμία του μακρονισμού να συγκροτήσει μια σταθερή πολιτική βάση δυσχεραίνει την ανάδειξη μιας συνεκτικής απάντησης που να συνδυάζει την αποφασιστική εφαρμογή του νόμου με την προστασία των δημοκρατικών ελευθεριών. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημοσιονομικές πιέσεις και δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Σήμερα, ο Εντουάρ Φιλίπ και ο Γκαμπριέλ Ατάλ, πρώην πρωθυπουργοί του Μακρόν και τυπικοί του σύμμαχοι, εκφράζουν διαφορετικές εκδοχές του μετριοπαθούς πολιτικού χώρου. Διαθέτουν υπολογίσιμα εκλογικά ακροατήρια, αλλά δεν συγκροτούν ενιαία πολιτική δύναμη, ούτε συμφωνούν σε όλες τις απαντήσεις απέναντι στη γαλλική κρίση.
Η ευθύνη του Μακρόν ασφαλώς δεν εκτείνεται σε όλες τις παθογένειες της γαλλικής κοινωνίας. Η άνοδος της Ακροδεξιάς και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς προϋπήρχαν της εκλογής του. Είχε όμως μια σπάνια ιστορική ευκαιρία να δημιουργήσει έναν ισχυρό πολιτικό φορέα, ικανό να υπερασπιστεί τη μεταρρυθμιστική του κατεύθυνση και μετά την αποχώρησή του.
Το μεγάλο παράδοξο της δεκαετίας Μακρόν είναι ότι ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να ανανεώσει το γαλλικό πολιτικό σύστημα δεν εξασφάλισε τη διάρκεια του δικού του εγχειρήματος. Και καθώς η ασφάλεια, η κοινωνική συνοχή και η οικονομική σταθερότητα δοκιμάζονται, αυτή η εκκρεμότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Γαλλία διαθέτει ακόμη μια σημαντική μετριοπαθή κοινωνική βάση. Το ερώτημα είναι ποια πολιτική δύναμη μπορεί να την εκπροσωπήσει με συνέπεια, αξιοπιστία και διάρκεια, μετά την αποχώρηση του προέδρου από το Ελιζέ.
ΑΠΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ












