Το τέλος της υποκρισίας

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Ναι, αυτό που συνέβη κατά την ενημέρωση του Τύπου στην Αγκυρα ήταν πρωτοφανές και εκτός κάθε συμβατικής διπλωματικής πρακτικής. Αν και η τουρκική ηγεσία δεν πρέπει να το αντιμετωπίσει ως τέτοιο. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο πρωθυπουργός (τότε) Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε αποχωρήσει από την κοινή εμφάνισή του με τον Σιμόν Πέρες στο Φόρουμ του Νταβός, αφού πριν είχε χαρακτηρίσει το Ισραήλ ως κράτος-τρομοκράτη. Και βεβαίως -πέρα από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις- μόλις πριν από λίγο καιρό ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν είχε προσβάλει τον Ελληνα πρέσβη μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Ακόμα πιο πρόσφατα, στην Αλάσκα Αμερικανοί και Κινέζοι αντάλλαξαν σκληρές κατηγορίες σε ζωντανή μετάδοση, με το κλίμα να είναι πολικό και εντός της αίθουσας. Ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών απέφυγε την πεπατημένη των άνοστων, χλιαρών δηλώσεων, τις οποίες όλες και όλοι ξεχνούν την επόμενη στιγμή, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν δείχνουν παρά μόνο την υποκρισία που επικρατεί στις διμερείς επαφές εδώ και δεκαετίες.

Η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγισε την επίσκεψη του ΥΠΕΞ στην Αγκυρα η ελληνική διπλωματία δεν ήλθε από το πουθενά, ούτε οφείλεται στην παρόρμηση της στιγμής. Ηλθε μετά από σχεδόν είκοσι μήνες έντασης, απειλών, προσβολών και μονομερών ενεργειών έμπρακτης αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Μετά από είκοσι μήνες ψυχολογικής εξάντλησης, αγωνίας και αναμονής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στιβαρή και ειλικρινής στάση της Αθήνας, στην πρώτη υψηλού επιπέδου συνάντηση με την άλλη πλευρά μετά από όσα έχουν συμβεί, λειτούργησε ευεργετικά για τη συσσωρευμένη πίεση και ικανοποίησε την απαίτηση για ένα ξεκάθαρο διπλωματικό και πολιτικό διάβημα.

Πριν πάμε, όμως, στην επόμενη ημέρα, αξίζει να θυμηθούμε την αμέσως προηγούμενη της συνάντησης, όταν ο Τούρκος Πρόεδρος δήλωνε πως «αν χρειαστεί, τα πλοία μας είναι έτοιμα να πλεύσουν στην Κύπρο». Και επίσης την ίδια ημέρα, με τον Ελληνα υπουργό να βρίσκεται ήδη στην Τουρκία, ο Τούρκος ΥΠΕΞ δήλωνε, για μια ακόμη φορά, ότι ο διάλογος πρέπει να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Ομως, αυτή η στάση δεν στοχεύει να ικανοποιήσει το θυμικό της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών, που υπέστησαν την ψυχολογική επιβάρυνση της έντασης και της κρίσης ως αποτέλεσμα της τουρκικής επιθετικότητας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί και να ερμηνευθεί ως προσπάθεια ανύψωσης του ηθικού, γιατί δεν είναι τόσο σημαντικό ή, καλύτερα, είναι ελάχιστα σημαντικό. Αν συμβεί αυτό, τότε θα ακυρωθούν η πολιτική σημασία της παρουσίας του Ελληνα ΥΠΕΞ, αλλά και ο στρατηγικός σχεδιασμός που κρύβεται από πίσω. Γιατί κανείς δεν πρέπει να παραβλέπει ότι πάγιος στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ας μην υποθέσει κανείς ότι ήταν το πείσμα της Αθήνας που προκάλεσε τη συγκεκριμένη έκρηξη. Η Ελλάδα αποφάσισε ότι το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων πρέπει να απαλλαγεί από την κλασική υποκρισία, που χαρακτηρίζει εδώ και δεκαετίες τις διμερείς επαφές. Αυτό που έγινε ίσως σηματοδοτεί το τέλος και του «φόβου», αλλά και την απόδραση από τη «θαλπωρή» της αδράνειας. Οι δηλώσεις του Ελληνα ΥΠΕΞ ήταν καλά προετοιμασμένες με το λεκτικό τους προσεκτικά διατυπωμένο. Πρόκειται για μια στρατηγική απόφαση, που στόχο έχει το πλαίσιο της όποιας διαπραγμάτευσης να είναι απολύτως ξεκάθαρο και οριοθετημένο από το Διεθνές Δίκαιο και απαλλαγμένο από τη λογική της «φινλανδοποίησης» των ελληνικών θέσεων και προτιμήσεων.

Η επόμενη ημέρα θα είναι δύσκολη. Αυτή τη στιγμή το κλίμα είναι χειρότερο από ό,τι πριν από τη συνάντηση. Η μπάλα είναι στο τερέν της Αγκυρας, η οποία θα πρέπει να αποφασίσει αν θα προσέλθει σε μια διαδικασία διαλόγου αναγνωρίζοντας -τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό- τα ελληνικά όρια, ή αν θα συνεχίσει τη στρατηγική της έντασης, των απειλών και των τετελεσμένων, μόνο προσχηματικά ζητώντας τη διαπραγμάτευση. Η Αθήνα διάβηκε τον Ρουβίκωνα απολύτως συνειδητά. Το μήνυμα προς όλους είναι τόσο ξεκάθαρο, που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της συνάντησης.

REAL.GR