Η πανδημία και ο εμβολιασμός των υγειονομικών

Γράφει ο Μαρίνος Παττακός

Έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από το ξεκίνημα της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης και η διασπορά του κορονοϊού στην ανθρώπινη κοινωνία συνεχίζεται.

Οι εμβολιασμοί πραγματοποιούνται με αργούς ρυθμούς, ενώ η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, κα Θεοδωρίδου, εκφράζει τον προβληματισμό της για την ενδονοσοκομειακή διασπορά του ιού στα κρατικά νοσοκομεία. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την είδηση ότι τα  ποσοστά των εμβολιασμών υγειονομικών παραμένουν πολύ χαμηλά αυξάνει την ανησυχία των επιστημόνων για τους σοβαρούς κινδύνους που εγκυμονούνται για τη δημόσια υγεία.

Το ποσοστό του 44% του υγειονομικού προσωπικού που φέρεται να έχει εμβολιαστεί στο νοσοκομείο της Πάτρας «Άγιος Ανδρέας» είναι ποσοστό επιεικώς απαράδεκτο. Γι’ αυτό  και οι συνδικαλιστές εκπρόσωποι των νοσηλευτών προσπάθησαν να δικαιολογήσουν το γεγονός καθυστέρησης εμβολιασμού των περισσότερων του υγειονομικού προσωπικού, ενός μεγάλου περιφερειακού νοσοκομείου. Είτε πρόκειται για αμέλεια, είτε οφείλεται σε δυσπιστία, φόβο ή άρνηση απέναντι στο εμβόλιο, είναι βέβαιο ότι το φαινόμενο αυτό είναι «καταστροφικό» και επικίνδυνο. Δεν γίνεται νοσηλευτές, νοσηλεύτριες και γιατροί να παραμένουν ανεμβολίαστοι όχι μόνο για τη δική των ασφάλεια αλλά για την προστασία των ασθενών που περιθάλπτουν. Δίκαια δημιουργήθηκε μεγάλο θέμα για τους ανεμβολίαστους νοσηλευτές γιατί αυτούς αφορά κυρίως η άρνηση και όχι τους γιατρούς, εάν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, παρέχοντας τις νοσηλευτικές υπηρεσίες τους.

Δεν σχολιάστηκε τυχαία αυτό το θέμα γιατί εάν κάποιος παρακολουθούσε τη σχετική συζήτηση δημοσιογράφων και συνδικαλιστών στα αθηναϊκά Μ.Μ.Ε. μπορούσε εύκολα να εξάγει τα συμπεράσματά του.

Είναι γνωστή και αδιαμφισβήτητη η προσφορά των υγειονομικών στη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της υγειονομικής κρίσης.

Στις γενόμενες συζητήσεις προέκυψαν πολλές διαφορές και ακούστηκαν διαφορετικές απόψεις.

Από την ακραία σκληρή άποψη ότι έπρεπε να απολυθούν όλοι οι αρνητές νοσηλευτές, μέχρι το άλλο άκρο της απόλυτης δικαιωματικής, ιδεοληπτικής, προσωπικής επιλογής. Συνήθως η αλήθεια για τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα βρίσκεται κάπου στη μέση, αλλά σε αυτό το σοβαρό υγειονομικό ζήτημα καλείται να δώσει γρήγορη λύση η κυβέρνηση.

Είναι σύνηθες το φαινόμενο διεκδίκησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ωστόσο είναι σπάνιο το φαινόμενο της ανάληψης των ευθυνών έναντι των υποχρεώσεων που προκύπτουν για την προστασία της δημόσιας υγείας. Πρέπει να είναι υποχρεωτικός, δηλαδή ούτε αναγκαστικός, ούτε προαιρετικός ο εμβολιασμός των υγειονομικών. Έτσι είπαν, και συμφωνούμε απολύτως, δύο καθηγητές της Ιατρικής οι κ. Γραβάνης και Βασιλόπουλος από την Αθήνα.

Σε αυτή την κρίσιμη εποχή που η πανδημία σαρώνει τα πάντα, ζωές, περιουσίες και οικονομίες είναι η ώρα να δείξουν οι πολιτισμένες κοινωνίες την ανωτερότητά τους. Να παραμερίσουν τα δικαιώματα και να δώσουν προτεραιότητα στις υποχρεώσεις, καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, πολιτεία, πολιτικοί και πολίτες.

Παρά την καλύτερη επιδημιολογική εικόνα που παρουσιάζει η Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η διαχείριση του προβλήματος εξακολουθεί να είναι δύσκολη, καθώς τα υγειονομικά δεδομένα αλλάζουν καθημερνά και μαζί αλλάζουν και τα περιοριστικά μέτρα.

Το ζητούμενο είναι να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος που είναι να παραμείνει η κατάσταση υπό έλεγχο, να κρατηθεί το ΕΣΥ όρθιο, γι’ αυτό μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των υγειονομικών θεωρείται επιβεβλημένος.