Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026
Αρχική ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ Το εκκρεμές της παλινόρθωσης (?) ενός «ανεπανόρθωτου» παρελθόντος Μέρος Ι. – ...

Το εκκρεμές της παλινόρθωσης (?) ενός «ανεπανόρθωτου» παρελθόντος Μέρος Ι. – του Νίκου Παπαδάκη

93
Κοινοποίηση :

 

Η έρευνα, πέραν της δεδομένης διερωτηματικής της φύσεως και της σαγήνης του ευρετικού της χαρακτήρα, αυτού δηλαδή που ο Hans-Georg Gadamer  προσδιορίζει ως “ongoing process”, διεκδικεί και μιας άλλης τάξεως δυνητική συμβολή: ενίοτε να επιτρέπει στο μέλλον να μην καθίσταται τόσο ανεπανόρθωτο όσο το παρελθόν (για να διασκευάσω τον Jorge Luis Borges).

Όπως έχω ήδη επισημάνει σε σχετικές τοποθετήσεις μου, η σύγχρονη κοινωνική έρευνα (και αναφέρομαι σε πρόσφατες έρευνες, μεγάλης κλίμακος, σε ευρωπαϊκές χώρες) όλο και περισσότερο επιβεβαιώνει ότι «ειδικά στην Ευρώπη, τμήματα ενός ανεπανόρθωτου (?) παρελθόντος μας επισκέπτονται: ισλαμοφοβία, ομοφοβία, αντι-σημιτισμός, ενδυνάμωση του εθνικισμού μέσα από την ωραιοποιημένη επανάκαμψη εθνικών ρομάντζων (για να χρησιμοποιήσω τον εξαίρετο όσο και ακριβή όρο που έχει εισάγει ο Καθηγητής Μεταξάς), αποτελούν επιτρεπτικές συνθήκες για την ανάδυση καθεστώτων αληθείας, που μόνο αθώα δεν είναι». Μερικά παραδείγματα εδώ:

Στο Διεθνές Ερευνητικό Συνέδριο των University of Osnabrück και University of Victoria, με τίτλο  “Social prejudice on campus”, υπό το συντονισμό του Καθηγητή W. Kassis (Osnabrück: 3-4/6/2016) παρουσιάστηκαν μια σειρά από έρευνες που τεκμηριώνουν την ενίσχυση της δυσανεξίας. Η έρευνα υπό τον Καθηγητή Ireneusz Krzemiński (του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας) έδειξε μεταξύ άλλων ότι το ποσοστό των νέων στην Πολωνία που δηλώνουν πρόθυμοι η χώρα τους να υποδέχεται πρόσφυγες και μετανάστες έπεσε από το 74% σε 39% σε ένα μόλις χρόνο (βλ. Krzemiński 2016).

Ποιοτική έρευνα του Καθηγητή Michael Höttemann (του Πανεπιστημίου του Marburg) δείχνει την επανάκαμψη αντισημιτικών στερεοτύπων σε τμήματα του  φοιτητικού πληθυσμού της Γερμανίας (βλ. Höttemann 2016).

Τέλος άλλη έρευνα, που παρουσιάστηκε στο ίδιο συνέδριο από την Catherine Hrebeniuk, από το Πανεπιστήμιο του Κιέβου, δείχνει εντυπωσιακή αύξηση (της τάξεως του 40% σε δυο χρόνια) των ποσοστών ομοφοβίας (με βάση το σχετικό σταθμισμένο πολυπαραμετρικό δείκτη) στους νέους (και μάλιστα φοιτητές) μιας χώρας που δεν αποτελεί μεν Κ-Μ της Ε.Ε. πλην όμως είναι χώρα μείζονος ενδιαφέροντος για την τελευταία: την Ουκρανία (βλ. Hrebeniuk 2016).

Επιπρόσθετα:

  • Πρόσφατη έρευνα, σε 14 χώρες, υπό τον Καθηγητή Wassilis Kassis (του University of Osnabrück), η οποία παρουσιάστηκε στο Stream “Youth and the Crisis” (του Andy Green και του υποφαινόμενου), στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης με τίτλο «Crisis and the Social Sciences: New Challenges and Perspectives» (Ρέθυμνο, 10-12/6/2016), έδειξε ισχυρή ενδυνάμωση της ισλαμοφοβίας στον φοιτητικό πληθυσμό κάποιων χωρών της κεντρικής Ευρώπης και της νότιας Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας (βλ. Kassis 2016).
  • Το βιβλίο με τίτλο «Coming Up Short» της Jennifer M. Silva (ίσως η πιο συζητημένη ποιοτική κοινωνική έρευνα των τελευταίων χρόνων διεθνώς), στο πλαίσιο της μελέτης της τροχιάς ενηλικίωσης των νέων της εργατικής τάξης στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, καταδεικνύει μια βίαια εξατομίκευση (παράγωγο της ματαίωσης ως προς κάθε παραδεδειγμένη συλλογικότητα), που επιτρέπει στη Silva να αναπτύξει τη θεωρία της για την οικονομία της διάθεσης και την έννοια του “hardened self” (βλ. αναλυτικά Silva 2013 και Silva 2014: 1388–1397).

Παράλληλα, η νέα μας έρευνα, εθνικής κλίμακος, για τους Neets (ήτοι τους νέους που απέχουν από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του Κοινωνικού Κράτους) και τη Νέα Γενιά στην Ελλάδα (Έργο EEA Grants/GR07-3757, που χρηματοδοτήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο) έχει πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα, κάποια εκ των οποίων επιβεβαιώνουν τάσεις, επί τα χείρω, που αναδείχθηκαν με την έρευνα «Βαρόμετρο Απόντων» (2011- 2013/ βλ. Παπαδάκης 2013).

Αρκούμαι σε ένα: 95,3% των Neets έχει αρνητική ή μάλλον αρνητική άποψη για το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, ενώ σε ποσοστό 61,8% θεωρούν το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό κατεξοχήν υπεύθυνους για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει (βλ. αναλυτικά Παπαδάκης, Παπαργύρης, Δαφέρμος, Δρακάκη Πλυμάκης 2017).  Ευλόγως θα σκεφτεί κάποιος: ναι, αλλά αφορούν σε μια πληθυσμιακή ομάδα που είναι αποκλεισμένη και γι αυτό εμφανίζεται σε τέτοια ένταση η απαξία στο πολιτικό σύστημα και η πλήρης απονεύρωση του public trust. Πάμε λοιπόν να δούμε τα αντίστοιχα ποσοστά στο σύνολο του νεανικού πληθυσμού: 92,1% έχει αρνητική άποψη για το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό (μάλλον αρνητική: 26,4% και αρνητική: 65,7%), ενώ σε ποσοστό 53% τα θεωρούν ως τους κύριους υπεύθυνους για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

Εξίσου ανησυχητικά δείχνουν και τα ευρήματα αναφορικά με την εμπιστοσύνη στο ελληνικό Κοινωνικό Κράτος και τους θεσμούς- υπηρεσίες του όσο και τη δημόσια εμπιστοσύνη ευρύτερα.

Ειδικότερα σε ότι αφορά στο βαθμό εμπιστοσύνης στο ελληνικό κράτος και στις κοινωνικές δομές του: 92% των Neets και 91,2% των υπόλοιπων νέων εμπιστεύονται λίγο ή καθόλου το Κοινωνικό Κράτος και τις δομές- υπηρεσίες του (βλ. Papadakis, Drakaki, Kyridis, Papargyris 2017).

Ανάλογα ευρήματα στο σύνολο του νεανικού πληθυσμό  αποτυπώνουν μια διευρυμένη όσο και δυσοίωνη απαξία, η οποία δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής τόσο των policy makers και του πολιτικού προσωπικού γενικά, όσο και της κοινωνίας των πολιτών. Ειδικά αν σκεφθεί κανείς ότι 39,4% των νέων δεν τοποθετούνται πουθενά στον ιδεολογικό άξονα Αριστερά – Δεξιά, ευρισκόμενοι σε εμφανή αδυναμία να συνταχθούν με ιδεολογικές αναφορές και ταυτότητες, θεωρώντας ότι δεν μπορούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που αυτοί αντιμετωπίζουν.

Τα προαναφερθέντα δεδομένα τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε ελληνικό επίπεδο, μου έχουν επιβάλει να διαφοροποιηθώ από τη Silva. Αυτό που φαίνεται να συγκροτείται στην Ευρώπη (ή τουλάχιστον σε τμήματα αυτής), σε επίπεδο νεανικού πληθυσμού τουλάχιστον, δείχνει να είναι ο «disengaged self», δηλαδή ο θεσμικά αποσυναρτημένος εαυτός. Συγχρόνως στη μεγάλη εικόνα, η δυσανεξία επαν- αρθρώνεται ως mainstream discourse, τη στιγμή που νεόδμητοι οικονομικοί εθνικισμοί (ή «οικονομικοί πατριωτισμοί» κατά τη Marine Le Pen) δείχνουν δελεαστικοί σε διαφορετικά εθνικά περιβάλλοντα εκλογικού ανταγωνισμού.

Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, δεν μπορεί κανείς να παραμείνει μόνο στο ζήτημα που συχνά κατακυριεύει (ευλόγως) τη δημόσια σφαίρα δηλαδή την επίμονη αύξηση των ποσοστών των ακροδεξιών, αντι-ευρωπαϊκών, κομμάτων σε πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις (όπως πχ στην Αυστρία και τη Γερμανία).

Προφανώς αυτό αποτελεί ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό δεδομένο. Ωστόσο ακόμα πιο ανησυχητική δείχνει η μετατόπιση της ατζέντας των mainstream πολιτικών σχηματισμών σε πολλά Κ-Μ όσο και η δημιουργία προϋποθέσεων για κατίσχυση μιας δυσανεκτικής ατζέντας στα πιο δυναμικά τμήματα του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ήτοι στους νέους και στις νέες.

Η επιτρεπτικότητα των νεόδμητων «καθεστώτων αληθείας» εδράζεται στην επικυριαρχία μιας μερικής (έστω και ηγεμονεύουσας) «γνώσης», που δεν παύει να αποτελεί παράγωγο της εκβολής της υποκειμενικής προσοικείωσης του πραγματικού στο agenda setting, όχι όμως απαραίτητα και το πραγματικό per se.

Εκβάλλουν δε σε (συχνά «βολικά») αυτονόητα, νομιμοποιώντας περαιτέρω την ισχύ τους, παράγοντας ακόμα και συγκεκριμένες τάσεις μετασχηματισμού των παραμέτρων διαμόρφωσης της εκλογικής συμπεριφοράς.  Κι ειδικά ως προς αυτό, οφείλουμε να επανέλθουμε.

 

Ο Νίκος Παπαδάκης είναι Καθηγητής & Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπως και Αν. Διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Μελετών του Πανεπιστημίου Κρήτης (ΚΕΜΕ)

Κοινοποίηση :