Φιλελευθερισμός: η παρεξηγημένη κοινωνική κοσμοθεωρία

Γράφει ο Χαράλαμπος Λυδάκης, Ιατρος

Ο φιλελευθερισμός αποτελεί την «Υψηλή Θεωρία» της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού (νεωτερικότητα = η μετα-μεσαιωνική περίοδος, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μετακίνηση από τη Φεουδαρχία προς τον καπιταλισμό, την εκβιομηχάνιση, τον εξορθολογισμό και την ανάδειξη, συχρόνως, του κράτους -έθνους).  Αναδείχθηκε σαν μια αντίδραση στις απολυταρχικές πρακτικές της Παπικής εκκλησίας και εδραιώθηκε στη Δύση σαν ο Πολιτισμός της ανεξιθρησκείας και της ανεκτικότητας. Μια νέα εξισορρόπηση ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα σε συνδυασμό με τον κατάλληλο καθορισμό της φύσης του ατομικισμού στη σημερινή κοινωνία. Ο φιλελευθερισμός διαπνέει κάθε πολιτική και κοινωνική πρακτική στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες του παρόντος και αποτελεί  τη βάση των αυτονόητων και κοινά παραδεκτών αξιών της καθημερινής ζωής μας ως πολίτες.

Γέννηση του φιλελευθερισμού

Ορόσημο της γέννησης του φιλελευθερισμού θεωρείται η έκδοση του Φυλλαδίου του John Locke (Τζών Λόκ) το 1689 «Epistola de Tolerantia” (Επιστολή  για την Ανεκτικότητα), όπου προτείνεται η αρχή της Ανεκτικότητας απέναντι στις μισαλλόδοξες  τακτικές της Παπικής εκκλησίας. Η ανοχή ως σεβασμός της ελευθερίας προβάλλεται σαν μοναδική διέξοδος στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την ατομική εξαθλίωση της εποχής.  Με τον John Locke η θρησκευτική ελευθερία διευρύνεται και σε πολιτική ελευθερία, έτσι ώστε η  Λοκιανή θεωρία για πρώτη φορά εδραιώνει τέσσερα αξιώματα: 1) τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα της ελευθερίας, 2) το κράτος δικαίου (rule of law)  3) τον Συνταγματικό Πατριωτισμό 4) την κοινωνική δικαιοσύνη. Συνοπτικά ο κλασσικός (Λοκιανός) φιλελευθερισμός οικοδομήθηκε στα τρία κορυφαία φιλελεύθερα ιδεώδη:  Ατομική Ελευθερία,  Συνταγματική Διακυβέρνηση,  Ατομική Ιδιοκτησία. Η αντίληψη για την θεώρηση των ατομικών δικαιωμάτων  ως θεμελιώδες συστατικό της θεσμικής λειτουργίας της κοινωνίας αποτελεί την βάση για τη καθιέρωση της αρχής του κράτους δικαίου (rule of law). Η έννοια της ελευθερίας ορίζεται η κατάσταση όπου το άτομα δρά χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς στην ανάπτυξη της  ατομικής και κοινωνικής προσωπικότητάς του («negative freedom”)

Οικονομικός κλασσικός φιλελευθερισμός

Η οικονομική πλευρά του κλασσικού φιλελευθερισμού διαμορφώθηκε από τον  Σκωτσέζο οικονομολόγο και  φιλόσοφο Adam Smith (1723-1790), ο οποίος  είδε την κοινωνία και την οικονομία σαν μια αγορά (market), που λειτουργεί ως αποτέλεσμα των αποφάσεων ελεύθερα σκεπτομένων (freedom of choice) και ορθολογικά δρώντων ατόμων. Η φιλελεύθερη οικονομική θεώρηση του  στηρίζεται στην έννοια του οικονομικού ανθρώπου (homo economicus),  στην οποία ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργεί σαν ένα αόρατο χέρι (invisible hand) σαν μία αυτορρυθμιζόμενη μηχανή ιδέα του « laissez-faire, laissez-passer” (γαλλική έκφραση που σημαίνει «αφήστε το να γίνει» –   «αφήστε τους ανθρώπους να ενεργήσουν μόνοι τους, χωρίς παρεμβάσεις»).

Κοινωνικός φιλελευθερισμός

H μεγάλη εξέλιξη της φιλελεύθερης σκέψης ήρθε με τον Άγγλο πολιτικό στοχαστή και διανοητή John Stuart Mill (1806-1873). Αντλώντας ερεθίσματα από  την κοινωνική κριτική του καπιταλισμού της εποχής του (συμπεριλαμβανομένων και σοσιαλιστικών ιδεών), επεκτείνει την ιδέα της ελευθερίας  σε μια κατάσταση όπου το ιδεώδες δεν είναι μόνον τα ατομικά δικαιώματα, αλλά η ατομική μόρφωση και η πολιτική συμμετοχή. Αποκτά δηλαδή η ελευθερία ένα θετικό εννοιολογικό προσδιορισμό (positive freedom).

Ο John Rawls (1921 – 2002), καθηγητής στο Harvard και στην Οξφόρδη έθεσε το θέμα της αριστοτελικής διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice),  δηλαδή του τρόπου με τον οποίο θα κατανέμονται δίκαια τα οφέλη και τα βάρη της κοινωνικής συνεργασίας. Ήθελε δηλαδή να συγκεράσει τις (από πρώτη άποψη ανταγωνιστικές) έννοιες της ελευθερίας και ισότητας. Η θεωρία της ρωλσιανής κοινωνικής/αναδιανεμητικής δικαιοσύνης περιλαμβάνει τις εξής δυο αρχές:

1)   Σύστημα ελευθερίας τέτοιο, στο οποίο κάθε άτομο εξασφαλίζεται ότι έχει ίσο δικαίωμα στις βασικές ελευθερίες (equal basic liberties)

2)   Oι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες διευθετούνται κατά τρόπο ώστε:

α) να αποβαίνουν προς το μεγαλύτερο όφελος των λιγότερο ευνοουμένων (the difference principle)

β) να εξασφαλίζονται συνθήκες ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών πρόσβασης σε αξιώματα και θέσεις.

 Το βασικό ερώτημα κατά τον Rawls είναι: «Πώς μπορεί να υπάρξει μακροπρόθεσμα μία σταθερή και ελεύθερη κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών, οι οποίοι ωστόσο χωρίζονται βαθύτατα από ασύμμετρα θρησκευτικά, φιλοσοφικά και ηθικά δόγματα;”  Η απάντηση δίδεται με την εφαρμογή της δικαιοσύνης με τη μορφή της «ακριβοδικίας», δηλαδή της ίσης κατανομής δικαιωμάτων και βαρών. Το θεωρητικό μοντέλο αυτής της κοινωνίας περιγράφει μία αρχική κατάσταση, όπου τα ελεύθερα και ισότιμα άτομα βρίσκονται κάτω από ένα «πέπλο άγνοιας» (“veil of ignorance”), δηλαδή δεν διαθέτουν καμία πληροφορία για τα ταλέντα, τις ιδιαιτερότητες τους και πολύ περισσότερο για τη θέση που κατέχουν στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Τα άτομα αυτά υιοθετούν τελικά τις πιο ακριβοδίκαιες θεμελιώδεις αρχές που θα διέπουν τη μελλοντική ζωή τους μέσα από ένα καθεστώς «αλλεπάλληλης συναίνεσης».

Έτσι, η σχέση ελευθερίας και ισότητας κατανοείται ως ζήτημα συμφιλίωσης μεταξύ της αλληλεγγύης και της αυτονομίας, όπου η τελευταία δεν μπορεί να θεωρείται ταυτόσημη με τον εγωισμό και την συμφεροντολογική συμπεριφορά της αγοράς που μεγιστοποιεί το κέρδος. Ο «νέος ατομικισμός» επιζητεί μια ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και της επιχειρηματικότητας αφενός, και του κοινωνικού καθήκοντος και της ηθικής ευθύνης αφετέρου. Ολες οι παραπάνω αρχές συνθέτουν τον σύγχρονο κοινωνικό φιλελευθερισμό.

Η οικονομική πλευρά του κοινωνικού φιλελευθερισμού .

O John Maynard Keynes (Τζων Μέυναρντ Κέυνς) (1883-1946), Βρετανός καθηγητής οικονομολόγος, εισήγαγε τις οικονομικές βάσεις του κοινωνικού   φιλελευθερισμού.  Στο βιβλίο του “Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος” (1936) (The General Theory of Employment, Interest, and Money)  πρότεινε ότι  για να λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας που αντιμετώπιζε ο δυτικός κόσμος μετά το κραχ της Νέας Υόρκης (1929), θα πρέπει να παρέμβει το κράτος και χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Ο παρεμβατισμός του κράτους με τη μορφή αύξησης δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσης (όπως στη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 30) υπο τη μορφή παροχών, κοινωνικών επιδομάτων κλπ μπορεί να αποκαταστήσει το έλλειμμα ζήτησης λόγω της κρίσης και έτσι να επανέλθει η ισορροπία της λειτουργίας της αγοράς και της οικονομικής και κοινωνικής ζωής εν γένει. Η αύξηση της φορολογίας σε περιόδους κρίσης ήταν αντίθετη με την με την Κεϋνσιανή ρύθμιση, η οποία αντιθέτως υπεδείκνυε αύξηση των ελλειμμάτων στις κρίσεις, τα οποία χρηματοδοτούνται από πλεονάσματα στις καλύτερες εποχές. Οι θέσεις του Κέϋνς για λελογισμένο κρατικό παρεμβατισμό (δημόσια σχολεία, νοσοκομεία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας κλπ) απετέλεσαν τις βάσεις για το επιτυχημένο «κράτος πρόνοιας», που θεμελιώθηκε στην Αγγλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο από  τον πολιτικό και οικονομολόγο William Beveridge (1879-1963) (Beveridge Report 1942).

Ο νεοφιλελευθερισμός

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα,  το καθεστώς κράτους πρόνοιας του New Deal  και του κεϋνσιανού μοντέλου της μεικτής οικονομίας (αυξημένη κρατική παρέμβαση) έγινε αντικείμενο κριτικής από επιφανείς φιλελεύθερους διανοητές και οικονομολόγους όπως ο Friedrich   Hayek  (Φρίντριχ Χάγιεκ)  (1899-1992) (βασικός θεωρητικός που επηρέασε την Μάργκαρετ Θάτσερ), και ο Milton Friedman (Μίλτον Φρίντμαν) (1912-2006), που υπήρξε σύμβουλος του Ρόναλντ Ρήγκαν.

Η σύγχρονη αντίληψη του όρου “νεοφιλελευθερισμός”  διαμρφώθηκε από φιλο-μαρξιστές οικονομολόγους  τη δεκαετία του 1980 (ενώ προϋπήρχε στο παρελθόν με τελείως διαφορετική έννοια).  Ο «νεοφιλελευθερισμός»  παρουσιάστηκε σαν ένας περιγραφικός όρος σκληρών και επώδυνων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που εφαρμόστηκαν από το δικτατορικό καθεστώς  Πινοσέτ καθ΄υπόδειξιν της οικονομικής σχολής του Σικάγο, της οποίας ηγέτης ήταν ο Μίλτον Φρίντμαν.  Στην πραγματικότητα, οι οικονομικές αρχές των προταθεισών μεταρρυθμίσεων ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμοσθούν επιτυχώς σε καθεστώς  καταπίεσης κάθε αντίδρασης της (σοσιαλιστικής και μη) αντιπολίτευσης αντιπολίτευσης. Το όλο σκηνικό απετέλεσε   πρόσφορο έδαφος για τη σοβιετική προπαγάνδα της εποχής.

Ο Μίλτον Φρίντμαν  θεωρούσε ότι πολλές από τις υπηρεσίες που παρείχε το κράτος μπορούσαν να παρέχονται πολύ καλύτερα από τον ιδιωτικό τομέα. Η βασική ιδέα ήταν η οργάνωση γύρω από την ιδέα του ελάχιστου δυνατού κράτους (minimal state). Η πολιτική του φιλοσοφία τόνιζε τα πλεονεκτήματα ενός οικονομικού συστήματος ελεύθερης αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1962, «Καπιταλισμός και Ελευθερία», ο Friedman υποστήριξε πολιτικές όπως ένας εθελοντικός στρατός, ισοτιμίες συναλλάγματος που καθορίζονται ελεύθερα, κατάργηση των ιατρικών αδειών, αρνητικό φόρο εισοδήματος και σχολικά κουπόνια αντι γενικευμένης δημόσιας παιδείας.

Επίσης στο καθαρά οικονομικό πεδίο προώθησε μια εναλλακτική μακροοικονομική πολιτική που έγινε γνωστή ως «Μονεταρισμός».  Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, η αύξηση της ποσότητας του χρήματος σε μια οικονομία μέσω νομισματικής πολιτικής, οδηγεί τελικά σε άνοδο των τιμών και αύξηση του πληθωρισμού. Θεώρησε ότι, αντίθετα με τον Κέυνς, η αύξηση στην προσφορά χρήματος έχει επίδραση στο πραγματικό παραγόμενο προϊόν μόνο βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα επηρεάζει μόνο το επίπεδο των τιμών και τελικά δεν αυξάνει το συνολικά παραγόμενο προϊόν, άρα ούτε ο συνολικός πλούτος της κοινωνίας. Οι οικονομικές του αρχές εφαρμόστηκαν από την κρίση της δεκαετίας του 70 σε διάφορες οικονομικές συγκυρίες. Αν και ο μονεταρισμός είχε σε αρκετές περιπτώσεις κάποια θετικά αποτελέσματα (Αγγλία και ΗΠΑ), προκάλεσε βραχυπρόθεσμα ανατρεπτικά αποτελέσματα στην αγορά εργασίας, τα οποία και οδήγησαν σε κοινωνικές αναταραχές και έντονες αντιπαραθέσεις.

Συνολική αποτίμηση του φιλελευθερισμού

Οι σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές από τους φιλελεύθερους ευρωπαίους και Αμερικανούς πολιτικούς (τουλάχιστον έως πριν την έλευση του φαινομένου του σύγχρονου πολιτικού λαϊκισμού) εμφορούνται από τις ιδέες του κοινωνικού φιλελευθερισμού με τον τρόπο που αναφέρεται από τον John Rawls.

Οι βασικοί πυλώνες του πολιτικο –οικονομικού  συστήματος  των φιλελευθερων -κοινωνικών ευρωπαϊκών κρατών είναι το τρίπτυχο: ΠΟΛΙΤΗΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ (σε αντίθεση με την μαζικοποίηση, με την εξισωτική ισοπέδωση  και την υποχρεωτική συμμμόρφωση στις  κεντρικές πολιτικές των σοσιαλιστικών  – κομμουνιστικών θεσμίσεων πχ.).

Στην Ελλάδα, και σε αντίθεση με άλλα κράτη της Ευρώπης και Αμερικής, στο χώρο των Πανεπιστημίων – και στην κοινωνία-  υπάρχει μια σημαντική υπο – εκπροσώπηση και διαστρέβλωση της φιλελεύθερης διανόησης, και μία αντίστοιχη υπερ-προβολή και κυριαρχία ενός εύπεπτου   λαϊκίζοντος –  συντεχνιακού αντιφιλελευθερου λόγου με με τη μορφή ακραίας δεξιάς ή αριστερής απόχρωσης. Ο όρος «ανάλγητος νεοφιλελευθερος» χρησιμοποιείται γενικευμένα, διαστρεβλωτικά και απαξιωτικά,  αποσιωπώντας ότι και αυτή ακόμα η ελευθερία του λόγου και η έκφραση διαφορετικών και ίσως ακραίων απόψεων προστατεύεται από τις αρχές ακριβώς του φιλελευθερισμού.  Το στοίχημα τώρα, όπως και σε κάθε κρίσιμη κοινωνική στιγμή, είναι η ανάδειξη κατάλληλων ηγετών, οι οποίοι θα αψηφήσουν τις σειρήνες του εφήμερου λαϊκιστικού αφηγήματος και θα μείνουν πιστοί ακολουθητές των μεγάλων φιλελευθέρων κοινωνικών οραμάτων των μεγάλων διανοητών του παρελθόντος.

Χαράλαμπος Λυδάκης

Παθολόγος, Διευθυντής ΕΣΥ, 
Προϊστάμενος Β΄Παθολογικής Κλινικής και Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών Βενιζελείου Νοσοκομείου Ηρακλείου,