Τρίτη, 9 Ιουνίου, 2026
Αρχική ΕΝΤΟΣ ΑΠΟΨΗ Τι θέλει η Αγκυρα, πως να κινηθεί η Αθήνα

Τι θέλει η Αγκυρα, πως να κινηθεί η Αθήνα

5
Κοινοποίηση :

γράφει ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης*

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η Τουρκία εκδίδοντας NAVTEX και επιχειρώντας  εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων με την αποστολή του ερευνητικού σκάφους, Ορούτς Ρέις, συνοδευομένου από στολίσκο πολεμικών πλοίων, επιδιώκει εν προκειμένω να αναδείξει περιφερειακά και διεθνώς την εικόνα αμφισβητούμενης θαλάσσιας ζώνης, στην οποία η ίδια έχει παρουσία και δικαιώματα. Η κατά τα ανωτέρω αμφισβήτηση που έρχεται προδήλως σε αντίθεση προς το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, συνιστά την απαρχή επομένων αναλόγων κινήσεων πρόκλησης και επιχείρησης επιβολής της τουρκικής θέλησης έναντι της ελληνικής κυριαρχίας.

Η Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη σήμερα να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετική προκλητικότητα, όχι μόνο ως υπόθεση υπεράσπισης της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας, αλλά και εν συναρτήσει προς τις ευρύτερες μεταβολές και εξελίξεις στην περιοχή εμπέδωσης ενός νέου ρόλου δύναμης σταθερότητας και υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας στην νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Στην ιστορική διαδρομή των ελληνοτουρκικών σχέσεων εμφανίζεται σε παρόντα χρόνο ένα πλέγμα διεθνών συνθηκών και δεδομένων, που παραπέμπουν τόσο στην ευρύτερη αντιπαράθεση Αιγύπτου – Τουρκίας, με ειδική αναφορά στο Λιβυκό ζήτημα που προβάλλει εν προκειμένω ως σύγκρουση της Άγκυρας με τη μεγαλύτερη δύναμη του αραβικού κόσμου, όσο και στην εξαιρετικά αρνητική σχέση της Τουρκίας με το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού το Αμερικανικό Κογκρέσο εκδηλώνει εν σώματι και εν συγκροτήσει την πρόθεσή του για επιβολή ισχυρών οικονομικών κυρώσεων στην Άγκυρα με αφορμή την αγορά των ρωσικών πυραύλων S400.

Η χώρα μας οφείλει να προχωρήσει σε περαιτέρω σύμπηξη συμμαχιών που μεσομακροπρόθεσμα θα στήριζαν την ελληνική στρατηγική στοχοθεσία, ενώ παράλληλα οφείλει σε επιχειρησιακό επίπεδο να αναπτύξει δράσεις εμπέδωσης της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος

Στο ίδιο πλέγμα και σε ευρωπαϊκό πλαίσιο σήμερα εκδηλώνεται με καθαρότητα, θέληση και ισχύ η γαλλική αντίδραση στις πολιτικές της Τουρκίας όσον αφορά στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, διεκδικώντας μια τιμωρητική για την Τουρκία ευρωπαϊκή στάση, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται η ανάδειξη ενός γαλλικού ρόλου «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στην περιοχή. Τούτων δεδομένων είναι εμφανές πως ακόμα και η υφιστάμενη συμμαχία της Άγκυρας με τη Μόσχα προβάλλει ως σύμπραξη τακτικής υφής και όχι στρατηγική τοιούτη, καθώς η  καχυποψία στην ιστορική διαδρομή των σχέσεων των δυο χωρών, αλλά και τα αντικρουόμενα συμφέροντα στρατηγικής τους σε διάφορες περιοχές του κόσμου, ειδικότερα δε σε Συρία και Λιβύη, καθιστούν τη συμμαχία αυτή εκ των πραγμάτων ευάλωτη και μειωμένου ειδικού διεθνοπολιτικού βάρους.

Το περιγραφέν σκηνικό σε συνάρτηση με μια υφιστάμενη παράσταση αναξιοπιστίας που παρουσιάζει η Τουρκία στο διεθνές σύστημα, εμφανίζει κατά ταύτα μια δυναμικώς εκδηλούμενη σειρά ευκαιριών για την Ελλάδα που της επιτρέπουν να παρουσιαστεί για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της ως δύναμη σταθερότητας και ασφάλειας, οικοδομώντας έτσι έναν διεθνοπολιτικά αναβαθμισμένο και εποικοδομητικά δρώντα ρόλο στην περιοχή. Βασική προϋπόθεση αξιοποίησης των ανωτέρω ευκαιριών και πραγμάτωσης ρόλων και πολιτικών, είναι η διαχρονικά και καθ’ υπέρβαση των κομματικών και κυβερνητικών εκάστοτε διαφοροποιήσεων, αξιοποίηση ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου διεθνοπολιτικού περίγυρου στο διπλωματικό και επιχειρησιακό πεδίο της στρατηγικής.

Τούτο το πλαίσιο πολιτικής λαμβάνει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο με την ανάπτυξη, πραγμάτωση και εμπέδωση του άξονα Ελλάδας – Κύπρου στα διεθνοπολιτικά δρώμενα της νοτιοανατολικής Μεσογείου, ακριβώς λόγω της στρατηγικά και γεωπολιτικά κρίσιμης θέσης της Κύπρου στην περιοχή, όπως και της ικανότητάς της από τη θέση της να λειτουργεί σήμερα ως γεωπολιτικός «κρίκος» μεταξύ Ελλάδος και Ισραήλ, αποτελώντας κατά ταύτα κρίσιμο παράγοντα στη διαμόρφωση  και πραγμάτωση της πολιτικής ενέργειας και ασφάλειας με εστίαση στον αγωγό Εast Μed.

Τα ανωτέρω αναδεικνύουν  μια επικείμενη δια ταύτα συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ  μεταξύ των δύο κρατών του ελληνισμού ως κίνηση κλειδί για την περαιτέρω πορεία και τον δυναμικό ρόλο της Ελλάδος στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται επιβεβλημένη η αναβίωση και αναθέρμανση σε ένα σύγχρονο διεθνοπολιτικό  πλαίσιο  του παλαιόθεν υφισταμένου και αποτρεπτικώς λειτουργούντος Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδος –  Κύπρου.

Δεδομένου του παραπάνω σκεπτικού αντιλαμβάνεται κανείς πως η αναβάθμιση του γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας στην παρούσα συγκυρία προϋποθέτει την πλήρη απαλλαγή του ελληνικού πολιτικού συστήματος από την διά γυμνού οφθαλμού προβαλλόμενη αποτυχημένη πολιτική του Ελσίνκι, που διαπνέεται από την αντίληψη εφαρμογής πολιτικών μη παρενόχλησης του τουρκικού παράγοντα, ενώ παραλλήλως αντιμετώπιζε την Κύπρο ως βαρίδιο για την Αθήνα και όχι ως κατά τα οφειλόμενα προγεφύρωμα του ελληνισμού για την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή που συνιστούν εκ των ζωτικοτέρων γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά χώρων της υδρογείου.

Έτι περαιτέρω και η σημερινή αντίληψη των Αθηνών έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού εξακολουθεί να προβάλλει σε κάποιο βαθμό την ιδέα της «εξημέρωσης του θηρίου»  δια ενός διπλωματικού εξαναγκασμού συμπόρευσης σε μια κοινή διαδρομή με την Τουρκία προς τη Χάγη, αγνοώντας βασικά στοιχειά της πολιτικής της Άγκυρας που παραπέμπουν στο γεγονός ότι αφενός μεν εκ προοιμίου η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτή τούτη την υπόσταση του Διεθνούς Δικαστηρίου ως δικαιοδοτικού οργάνου, αλλά και στο γεγονός πως εάν και ακόμα υποθετικά αποδεχόταν τη δικαιοδοσία του, βάσει της ιστορικής εμπειρίας της χώρας καθίσταται εκτός ρεαλιστικού πλαισίου οποιαδήποτε εκτίμηση περί αναγνώρισης και εφαρμογής μιας αρνητικής για τα τουρκικά συμφέροντα σχετικής απόφασης.

Εν κατακλείδι, η Αθήνα οφείλει να κινηθεί σε περαιτέρω σύμπηξη συμμαχιών που μεσομακροπρόθεσμα θα στήριζαν την ελληνική στρατηγική στοχοθεσία, ενώ παράλληλα οφείλει σε επιχειρησιακό επίπεδο να αναπτύξει δράσεις εμπέδωσης της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος μεταφέροντας κατά ταύτα στον διεθνή περίγυρο το μήνυμα πως η Ελλάδα πέρα από χώρα που επικαλείται σταθερά και διαχρονικά το διεθνές δίκαιο συνιστά και παράγοντα υπεράσπισης και κατά περίπτωση επιβολής του.

REAL.GR

Κοινοποίηση :