
γράφει η Γιάννα Χουρδάκη,ψυχολόγος
Την περίοδο αυτή που η απομόνωση στο σπίτι είναι επιβεβλημένη, τα παιδιά καλούνται να διαχειριστούν μια κατάσταση που δεν ταιριάζει καθόλου με τις ανάγκες και τους ρυθμούς της ηλικίας τους. Αεικίνητα και γεμάτα ενέργεια, είναι δύσκολο να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τον αναγκαστικό περιορισμό και την αλλαγή στις συνήθειες της καθημερινότητας.
Αυτό δε σημαίνει ότι τα παιδιά δυσκολεύονται να αντιληφθούν τι γίνεται γύρω τους. Στην πραγματικότητα αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα από όσα εμείς οι ενήλικες νομίζουμε. Είναι ευαίσθητοι δέκτες της συναισθηματικής κατάστασης των άλλων, και εισπράττουν το κλίμα που επικρατεί στο σπίτι και τον περίγυρό τους γενικότερα, καθώς διαθέτουν την έμφυτη ικανότητα να συντονίζονται με το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες ζουν. «Πώς να κρυφτείς από τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα», λέει το γνωστό τραγούδι του Σαββόπουλου, περιγράφοντας παραστατικά μια αλήθεια, που κάποιες φορές φαίνεται όμως να διαφεύγει από τους γονείς, που χωρίς να το θέλουν, υποτιμούν την ικανότητα των παιδιών να καταλαβαίνουν όσα δε λέγονται ρητά.
Τα παιδιά επομένως δέχονται συναισθηματική πίεση, όχι μόνο επειδή στερούνται το παιχνίδι, αλλά και επειδή αντιλαμβάνονται την κατάσταση αβεβαιότητας και άγχους που πιθανόν οι γονείς τους βιώνουν. Επιπλέον, τους λείπει η επαφή με αγαπημένα πρόσωπα, όπως ο παππούς και η γιαγιά, η επαφή με τους φίλους και τους συμμαθητές.. Είναι φυσικό επομένως και τα ίδια να βιώνουν δυσαρέσκεια, ανασφάλεια, και ίσως φόβο και αγωνία. Τα συναισθήματα αυτά δεν μπορούν να περιγραφούν λεκτικά από τα παιδιά, τα οποία μεταδίδουν τα μηνύματα τους με το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο, και ανάλογα με τη ηλικία τους. Επομένως, ένα παιδί δε θα πει «νιώθω πίεση και άγχος», θα εκφραστεί όμως με άλλους τρόπους.
Έτσι, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι πιθανό να εκφράσουν το άγχος τους επιστρέφοντας σε συμπεριφορές που είχαν σε μικρότερη ηλικία και που στο μεταξύ είχαν εγκαταλείψει. Το φαινόμενο αυτό, που ονομάζεται «παλινδρόμηση σε προγενέστερο αναπτυξιακό στάδιο», εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Ζητάνε, για παράδειγμα, να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι με τους γονείς τους, να πιουν γάλα από το μπιμπερό, να χρησιμοποιήσουν πιπίλα ή παριστάνουν το μωρό ζητώντας περισσότερη προσοχή και φροντίδα. Στο ίδιο πλαίσιο, μπορεί να φαντάζονται την ύπαρξη απειλητικών μορφών στο δωμάτιο τους, να βλέπουν ανήσυχα όνειρα, να ξυπνάνε συχνά ή να εμφανίσουν νυχτερινή ενούρηση ή απώλεια ελέγχου των σφιγκτήρων, φόβο για το σκοτάδι και υπερβολική προσκόλληση στους γονείς. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές μπορεί επίσης να γίνουν και οι ερωτήσεις που κάνουν, ιδιαίτερα αν αυτές είναι επαναλαμβανόμενες. Αν τα παιδιά παίρνουν απάντηση στις απορίες τους και παρόλα αυτά εξακολουθούν να ρωτάνς, αυτό υποδηλώνει ότι βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς άγχους και ανασφάλειας και έχουν ανάγκη από διαρκή επιβεβαίωση, ακούγοντας ξανά και ξανά τα ίδια καθησυχαστικά λόγια που τους προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση.
Στη σχολική ηλικία, αλλά και την εφηβεία παρατηρούμε ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, εναντίωση στους γονείς ή τα αδέλφια, ή αντίθετα υπερβολική προσκόλληση σε αυτούς, διαταραχές ύπνου, απόσυρση και απομόνωση. Συναισθήματα αγωνίας και φόβου μπορεί να κρύβονται και στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, στην ποσότητα ή και την ποιότητα του φαγητού που καταναλώνει. Ένα παιδί ή ένας έφηβος που φοβάται μπορεί να βρίσκει παρηγοριά στο φαγητό, ή αντίθετα, να μην μπορεί να καταναλώσει επαρκή ποσότητα φαγητού. Η απογοήτευση και η θλίψη μπορεί να εκφραστούν και μέσα από τη μειωμένη ενεργητικότητα και διάθεση και την απώλεια ενδιαφέροντος για προηγούμενες αγαπημένες δραστηριότητες.
Οι συμπεριφορές αυτές αποτελούν κάλεσμα προς τους γονείς να σταθούν δίπλα στα παιδιά τους και να τα στηρίξουν. Η ανταπόκρισή τους είναι πολύ σημαντική, καθώς η ψυχική ισορροπία και η ανθεκτικότητα χτίζονται από νωρίς. Το πρώτο δύσκολο βήμα για τους γονείς που παρατηρούν τις ενδείξεις που αναφέραμε, είναι να επιδείξουν την απαιτούμενη ευαισθησία και ετοιμότητα ώστε να αντιληφθούν το συναισθηματικό φορτίο των παιδιών. Αν είσαι δε θέση να κατανοήσουν οι ίδιοι την κατάσταση, θα μπορέσουν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να εκφραστούν και θα τα βοηθήσουν να κατανοήσουν κι εκείνα τα συναισθήματα τους. Είναι πολύ σημαντικό να αφιερώνεται χρόνος στη συζήτηση, για να λυθούν οι απορίες τους, αλλά και θα τους δοθεί ο χώρος και ο χρόνος που χρειάζεται για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Είναι πολύ σημαντικό να τα ακούσουν οι γονείς και να δείξουν ότι τα καταλαβαίνουν. Συχνά είναι βοηθητικό να μιλήσουν πρώτα οι γονείς για τα δικά του συναισθήματα δίνοντας πάντα μια αισιόδοξη οπτική. Μπορεί για παράδειγμα να τονίσουν πόσο χαίρονται που επιτέλους έχουν χρόνο για τα παιδιά τους, ότι τώρα μπορούν να παίξουν μαζί, να ζωγραφίσουν, να δημιουργήσουν.
Για να είναι αποτελεσματικοί οι γονείς, χρειάζεται να επιστρατεύσουν όλη την υπομονή και την αγάπη τους, καθώς η συναισθηματική προσέγγιση των παιδιών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται να τα ενισχύσουν συναισθηματικά και να απαλύνουν τα δύσφορα συναισθήματα που τα ταλαιπωρούν. Θα είναι λάθος να υψώσουν φωνή και να τα μαλώσουν, αν η συμπεριφορά των παιδιών γίνεται κουραστική. Κάτι τέτοιο θα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Για να μπορέσουν να διατηρήσουν ήρεμους τόνους, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουν τον αντίκτυπο που έχει η δύσκολη κατάσταση στην ψυχοσύνθεσή των παιδιών και να αντιληφθούν πόσο ανάγκη έχουν από αποδοχή, κατανόηση και υποστήριξη. Δε θα πρέπει οι γονείς να ξεχνούν ότι η σχέση στοργής με τα παιδιά τους είναι πιο σημαντική από οποιοδήποτε πρακτικό στόχο, βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο. Είναι προτιμότερο να μείνει το δωμάτιο ακατάστατο ή τα παιχνίδια στη μέση, από το να εισπράξουν τα παιδιά θυμό ή εχθρότητα. Σε δεύτερο χρόνο, με περισσότερη ηρεμία μπορεί να συζητηθούν ξανά οι κανόνες, οι υποχρεώσεις και τα όρια.
Τα παιδιά χρειάζονται ένα πλαίσιο σταθερότητας και ασφάλειας, βασισμένο στις καλές σχέσεις, την αποδοχή, την ενσυναίσθηση, την επιβράβευση, την ανεκτικότητα και την κατανόηση των δυσκολιών ως μέρος της ζωής. Όταν οι γονείς είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, ήρεμοι και χαρούμενοι, το παιδί θα εισπράξει το θετικό κλίμα και θα νιώσει ασφάλεια. Ας μην ξεχνάμε ότι στα μάτια των παιδιών οι γονείς είναι οι δυνατοί. Είναι αυτοί που το στηρίζουν, το φροντίζουν και έχουν μια απάντηση για όλα τα προβλήματα και όλες τις δυσκολίες. Αν λοιπόν φαίνονται ανήσυχοι και ανασφαλείς είναι φυσιολογικό το παιδί να νιώσει μετέωρο και φοβισμένο.
Άλλωστε και για τον ίδιους το γονείς θα είναι σημαντική ικανοποίηση, αλλά και ενίσχυση στην αυτοπεποίθησή τους, αν καταφέρουν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού τους.









