
«Mπλε τσουνάμι» χαρακτηρίζεται η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Σε ένα γεγονός που ισοδυναμεί με πολιτικό σεισμό μια σειρά από πολιτείες που παραδοσιακά ψήφιζαν τους «κόκκινους» Ρεπουμπλικανούς… άλλαξαν χρώμα και ψήφισαν τους «μπλε» Δημοκρατικούς.
Το Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε σήμερα τον έλεγχο και των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου, σύμφωνα με τις προβολές αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, προξενώντας ηχηρή ήττα στους Ρεπουμπλικανούς του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές.
Αφού είχαν κερδίσει νωρίτερα τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν έδρες γερουσιαστών σε οχυρά των Ρεπουμπλικανών και θα μπορέσουν να θέσουν εμπόδια στις εξουσίες του Αμερικανού προέδρου στο τέλος της θητείας του.
Μέχρι τις 11:30 το πρωί ώρα Ελλάδας, οι έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων για τους Δημοκρατικούς έφταναν τις 231 και στη Γερουσία τις 54, σηματοδοτώντας μια εμφατική νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές.
«Οι Δημοκρατικοί ανέτρεψαν τον πολιτικό χάρτη του Ντόναλντ Τραμπ, σε μια νύχτα που θα προκαλεί αναταράξεις στην αμερικανική πολιτική για τα επόμενα χρόνια», αναφέρει χαρακτηριστικά το BBC.
Λίγοι φαντάζονταν ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα ήταν πιθανό τους μήνες που ακολούθησαν την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με τους Ρεπουμπλικανούς να ελέγχουν πλήρως το Κογκρέσο τον Ιανουάριο του 2025.
Oι Δημοκρατικοί ανέτρεψαν τις πολιτικές ισορροπίες με ιστορικές νίκες στο Τέξας, στο Μέιν, στο Κάνσας, στο Οχάιο, στην Αϊόβα, στο Μίσιγκαν καθώς και σε Βόρεια και Νότια Καρολίνα.
Με ψυχραιμία η Αθήνα «διαβάζει» τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ -Διαθέτει διαύλους και με τα δύο «στρατόπεδα»
Ισχυρό πλήγμα για τον Τραμπ
Το εκλογικό αποτέλεσμα φέρνει στην επιφάνεια και ένα βαθύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ, όμως, που καθιστά το πλήγμα πέρα από το αποτέλεσμα αυτό καθ’ αυτό.
Αυτό το πρόβλημα είναι η σταδιακή απώλεια κοινωνικών και εκλογικών ομάδων που είχαν συμβάλει καθοριστικά στην επιστροφή του στην εξουσία.
Όπως επισημαίνουν οι ανταποκριτές του Reuters Τιμ Ριντ και Τρέβορ Χάνικατ, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος είχε καταφέρει το 2024 να διευρύνει την εκλογική του απήχηση, κερδίζοντας έδαφος μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων, των ισπανόφωνων και των μαύρων ανδρών. Οι ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, δείχνουν ότι η δυναμική αυτή δεν διατηρήθηκε.
Η δυναμική στο εκλογικό σώμα που έχασαν οι Ρεπουμπλικανοί
Τα προκαταρκτικά exit polls, που επικαλείται το Reuters, καταγράφουν σημαντική υποχώρηση της υποστήριξης προς τους Ρεπουμπλικανούς στους ψηφοφόρους ηλικίας από 18 έως 29 ετών, όπου το ποσοστό τους περιορίστηκε περίπου στο 25%. Απώλειες εμφανίζονται και μεταξύ των ισπανόφωνων ψηφοφόρων, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η εκλογική συμμαχία του Τραμπ παρουσιάζει σημάδια αποσύνθεσης. Οι συγκρίσεις με τις εκλογές του 2024 χρειάζονται, πάντως, προσοχή, καθώς πρόκειται για διαφορετικού τύπου εκλογικές αναμετρήσεις.
Σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή αυτή φαίνεται να διαδραματίζει η οικονομία. Η ακρίβεια, το κόστος ζωής και η αδυναμία των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις έχουν εξελιχθεί σε βασικές πηγές δυσαρέσκειας. Σύμφωνα με έρευνα του Associated Press, περίπου το 75% των ψηφοφόρων αξιολογεί αρνητικά την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας, ενώ οκτώ στους δέκα αναφέρουν ότι ο πληθωρισμός έχει προκαλέσει σοβαρές ή μέτριες δυσκολίες στα οικονομικά τους.
Το αρνητικό κλίμα δεν περιορίζεται στην οικονομία. Περίπου τρεις στους τέσσερις ψηφοφόρους δηλώνουν δυσαρεστημένοι ή οργισμένοι με την πορεία της χώρας, ενώ το κόστος ζωής και η κυβερνητική διαφθορά συγκαταλέγονται στα ζητήματα που επηρέασαν περισσότερο την εκλογική τους συμπεριφορά.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει ο ίδιος ο πρόεδρος κατά την προεκλογική περίοδο του 2024, όταν είχε δεσμευτεί ότι θα αντιμετωπίσει άμεσα τον πληθωρισμό και θα βελτιώσει την αγοραστική δύναμη των Αμερικανών. Αντίθετα, οι δασμοί στις εισαγωγές και ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με την ανάλυση των δημοσιογράφων του Reuters, συνέβαλαν στην επιβάρυνση της οικονομικής κατάστασης, με την αύξηση των τιμών των καυσίμων να εντείνει την πίεση στα νοικοκυριά.
Οι ήττες των Ρεπουμπλικανών αναδεικνύουν ταυτόχρονα το πολιτικό κόστος των προσωπικών επιλογών του Τραμπ. Στο Τέξας, ο Κεν Πάξτον είχε προηγουμένως επικρατήσει του επί σειρά ετών γερουσιαστή Τζον Κόρνιν στην εσωκομματική αναμέτρηση, έχοντας εξασφαλίσει τη στήριξη του προέδρου. Η υποψηφιότητά του, ωστόσο, είχε προκαλέσει προβληματισμό σε στελέχη των Ρεπουμπλικανών, τα οποία φοβούνταν ότι θα δυσκολευόταν να κερδίσει την τελική εκλογική μάχη.
Ανάλογες επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί και για την υποψηφιότητα της Ντάρλαϊν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα, ενώ στο Οχάιο ο Τραμπ είχε κινητοποιηθεί προσωπικά υπέρ του Τζον Χάστεντ. Η ήττα των συγκεκριμένων υποψηφίων εκθέτει τον πρόεδρο, καθώς είχε επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην εκλογή τους, παραμερίζοντας τις προειδοποιήσεις στελεχών του κόμματός του.
Το «τσουνάμι» των Δημοκρατικών επεκτάθηκε και στις εκλογές για την ανάδειξη κυβερνητών, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Στο Οχάιο, η Έιμι Άκτον επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Βίβεκ Ραμασουάμι, ενώ στην Τζόρτζια η Κίσα Λανς Μπότομς έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης αμερικανικής πολιτείας. Στο Τέξας, η Δημοκρατική Τζίνα Ινοχόσα επικράτησε του εν ενεργεία κυβερνήτη Γκρεγκ Άμποτ, προσθέτοντας ακόμη μία σημαντική νίκη στο εκλογικό αποτύπωμα του κόμματος.
Το «μπλε τσουνάμι» δεν αρκεί
Παρά τη σαρωτική επίδοση, η ενίσχυση των Δημοκρατικών δεν σημαίνει ότι το κόμμα έχει αποκαταστήσει πλήρως την πολιτική του αξιοπιστία.
Όπως επισημαίνει το Associated Press, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρόβλημα δημοτικότητας, καθώς λιγότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους εκφράζουν θετική άποψη για αυτό. Η εκλογική επιτυχία φαίνεται, επομένως, να συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αποδοκιμασία της κυβέρνησης Τραμπ και όχι απαραίτητα με μια συνολική μεταστροφή υπέρ της αντιπολίτευσης.
Αυτό σημαίνει ότι το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών δεν αποτελεί ασφαλή πρόβλεψη για την προεδρική αναμέτρηση του 2028. Συνιστά, ωστόσο, μια σαφή προειδοποίηση για τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν την απώλεια ψηφοφόρων που είχαν καταφέρει να προσελκύσουν το 2024, αλλά και την αδυναμία τους να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη σε κρίσιμα ζητήματα της καθημερινότητας.

Η επόμενη μέρα
Η πολιτική ανατροπή θα έχει πλέον και άμεσες θεσμικές συνέπειες. Με τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να αναλάβουν την ηγεσία των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να ξεκινήσουν έρευνες για κυβερνητικές αποφάσεις και να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου.
Η νέα πλειοψηφία θα μπορεί επίσης να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας και να φέρει στο προσκήνιο υποθέσεις που μέχρι σήμερα δεν είχαν εξεταστεί εις βάθος.
Ο έλεγχος της Γερουσίας προσθέτει ακόμη έναν σημαντικό περιορισμό στον πρόεδρο, καθώς οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να εμποδίζουν την επικύρωση υπουργικών διορισμών και υποψηφιοτήτων για ομοσπονδιακές δικαστικές θέσεις. Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για εντονότερη πολιτική αντιπαράθεση και ενδεχόμενες διαδικασίες λογοδοσίας κυβερνητικών αξιωματούχων.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, έχει ήδη παρουσιάσει ένα πρόγραμμα για τις πρώτες εκατό ημέρες της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, δίνοντας έμφαση στην αντιμετώπιση του κόστους ζωής και στην αυστηρότερη εποπτεία της κυβέρνησης. Το ζητούμενο για το κόμμα του δεν θα είναι μόνο να αξιοποιήσει τη νέα του δύναμη για να περιορίσει τις κινήσεις του Τραμπ, αλλά και να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει συγκεκριμένες απαντήσεις στα προβλήματα των πολιτών.
Άλλωστε, η ανάκτηση του Κογκρέσου δεν αφαιρεί από τον πρόεδρο τις εκτελεστικές του αρμοδιότητες ούτε το δικαίωμα του βέτο. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές εξουσίες, ιδίως στην εξωτερική και εμπορική πολιτική, γεγονός που προμηνύει μια περίοδο έντονης θεσμικής αντιπαράθεσης μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου.









