
Με αφορμή τη νέα του παράσταση «Το παιδί και ο στρατιώτης», ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μεταξάκης μιλά στο EntosPolis για τη δύναμη του θεάτρου, τη σημασία της παιδικότητας και τα ερωτήματα που γεννά μια ιστορία με βαθύτερες προεκτάσεις για μικρούς και μεγάλους.
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη του προσέγγιση στον συγκεκριμένο ρωσικό μύθο, επιστρέφει σε αυτόν με μια νέα διασκευή, προσαρμοσμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα. Μέσα από την ιστορία ενός στρατιώτη που αποκτά δύναμη και μαγικά δώρα, η παράσταση ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο για την αλαζονεία, την απληστία, την ευθύνη, αλλά και την ανάγκη να μη χάσουμε την τρυφερότητα και την αυθεντικότητα που μας συνδέουν με το παιδί μέσα μας.
Στη συνέντευξή του, ο Κωνσταντίνος Μεταξάκης αναφέρεται ακόμη στη δική του θεατρική διαδρομή, στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες στο Ηράκλειο, αλλά και στον ρόλο του παιδικού θεάτρου σε μια εποχή όπου η επικοινωνία γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακή. Με ειλικρίνεια και ευαισθησία, καταθέτει τη δική του ματιά για μια τέχνη που δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά δημιουργεί χώρο για σκέψη, συναίσθημα και πραγματική ανθρώπινη συνάντηση.
Α. Η πορεία στο θέατρο
Α1. Κωνσταντίνε, γεννηθήκατε στο Ηράκλειο, περάσατε τα πρώτα παιδικά σας χρόνια στην Αθήνα και επιστρέψατε στην Κρήτη στην εφηβεία σας. Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την υποκριτική και τι ήταν εκείνο που σας έκανε να επιλέξετε αυτόν τον δρόμο;
Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν μαθητής Λυκείου στο Ηράκλειο. Μια αγαπημένη μου καθηγήτρια, η Βάλια, μου πρότεινε να συμμετάσχω στη θεατρική ομάδα του σχολείου, στο έργο «Φωνάζει ο κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά.
Εκείνη την περίοδο περπατούσα σε κάπως περίεργα μονοπάτια της εφηβείας μου. Η Βάλια, ίσως χωρίς να το γνωρίζει, μου άνοιξε μια πόρτα. Μου έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψω έναν διαφορετικό τρόπο να εκφράζομαι, να απελευθερώνομαι, να επικοινωνώ.
Δεν ξέρω αν τότε είχα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς μου συνέβαινε. Ξέρω όμως ότι κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει μέσα μου.
Μετά ήρθαν οι εξετάσεις για τη δραματική σχολή, οι σπουδές, οι πρώτες παραστάσεις, οι συνεργασίες, οι απογοητεύσεις, οι χαρές… Και όλα πήραν τον δρόμο τους. Ή μάλλον, καλύτερα, το μονοπάτι τους.
Γιατί, αν κάτι έχω καταλάβει από αυτή τη διαδρομή, είναι ότι στο θέατρο δεν υπάρχουν πάντα ευθείες. Και ευτυχώς!
Α2. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να δημιουργεί και να εξελίσσεται καλλιτεχνικά στην Κρήτη; Ποιες είναι οι προκλήσεις αλλά και οι δυνατότητες που προσφέρει το Ηράκλειο;
Το τι είναι εύκολο και τι δύσκολο εξαρτάται, νομίζω, από το τι αναζητάς.
Εγώ αναζητώ το μοίρασμα. Και την αλήθεια που μπορεί να υπάρξει μέσα σε αυτό.
Ο καθένας μας στο Ηράκλειο ακολουθεί τη δική του καλλιτεχνική διαδρομή, με διαφορετικές ανάγκες, αντιλήψεις και αισθητικές προσεγγίσεις. Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στην πόλη αρκετοί αξιόλογοι συνάδελφοι, έχουν δημιουργηθεί νέες ομάδες και παράγεται σημαντικό πολιτιστικό έργο.
Μπορεί να μη συμφωνώ με όλες τις καλλιτεχνικές προσεγγίσεις. Και γιατί να συμφωνώ άλλωστε; Η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που απλώς πρέπει να ανεχόμαστε. Είναι κάτι που οφείλουμε να σεβόμαστε.
Εκτιμώ βαθιά τον άνθρωπο που προσπαθεί να δημιουργήσει, ακόμη κι όταν ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο από τον δικό μου. Για μένα έχει μεγάλη σημασία η πρόθεση με την οποία κάνεις κάτι.
Από την άλλη, υπάρχουν πραγματικές δυσκολίες. Η γραφειοκρατία, η έλλειψη διαθέσιμων χώρων, οι οικονομικές απαιτήσεις μιας παραγωγής και πολλές φορές ένας τρόπος λειτουργίας που αντί να διευκολύνει τη δημιουργία, την ταλαιπωρεί.
Όμως επιμένουμε. Με συνέπεια, συνεργασία και αρκετή προσωπική προσπάθεια, πολλές φορές τα καταφέρνουμε.
Δεν ξέρω αν το Ηράκλειο είναι εύκολη πόλη για να κάνεις θέατρο. Ξέρω όμως ότι υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να το κάνουν. Και αυτό από μόνο του σημαίνει πολλά.
Α3. Έχετε ασχοληθεί τόσο με την υποκριτική όσο και με τη σκηνοθεσία. Ποια από τις δύο ιδιότητες σας εκφράζει περισσότερο και πώς συνδυάζονται μεταξύ τους;
Αποφοίτησα το 1996 από τη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Τελείωσα ηθοποιός. Και, πρώτα απ’ όλα, ηθοποιός παραμένω.
Στην πορεία, μέσα από την εμπειρία μου πάνω στη σκηνή, άρχισα να παρατηρώ τη θεατρική διαδικασία και από μια άλλη πλευρά. Να με ενδιαφέρει όχι μόνο αυτό που κάνει ο ηθοποιός, αλλά και το πώς συνυπάρχουν οι άνθρωποι, οι χαρακτήρες, οι σιωπές, οι ρυθμοί, οι συγκρούσεις.
Έτσι προέκυψε σταδιακά και η ανάγκη να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία.
Ομολογώ, βέβαια, ότι δεν αγαπώ ιδιαίτερα τη λέξη «σκηνοθέτης» όταν χρησιμοποιείται ως τίτλος εξουσίας. Προτιμώ τη λέξη «συντονιστής».
Δεν σημαίνει ότι αρνούμαι την ευθύνη της σκηνοθεσίας. Κάποιος πρέπει να έχει μια συνολική ματιά, να παίρνει αποφάσεις, να προτείνει κατευθύνσεις. Αλλά δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος που σκηνοθετεί είναι αυτομάτως και ο κάτοχος της αλήθειας.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ένας ηθοποιός που υπήρξε για μένα καλλιτεχνικό πρότυπο, γράφει στο βιβλίο του «Εγχειρίδιο της τέχνης των ηθοποιών» (2016): «Στην τέχνη πρέπει να διακινδυνεύεις, γιατί είναι χρησιμότερο ένα “ενδιαφέρον λάθος” από ένα “αδιάφορο σωστό”».
Αυτή η σκέψη με εκφράζει βαθιά.
Με ενδιαφέρει να δημιουργώ τις συνθήκες ώστε ο ηθοποιός να ανακαλύπτει, να δοκιμάζει, να αμφισβητεί, να κάνει λάθη, να ξαναπροσπαθεί. Να μη λειτουργεί απλώς ως εκτελεστής μιας δικής μου ιδέας.
Άλλωστε, είναι πολύ εύκολο να δηλώσεις σκηνοθέτης. Το δύσκολο είναι να μπορείς πραγματικά να ακούς τους ανθρώπους με τους οποίους δημιουργείς.

Β. Η νέα παράσταση «Το παιδί και ο στρατιώτης»
Β1. Η νέα σας παράσταση «Το παιδί και ο στρατιώτης» βασίζεται σε ρωσικό μύθο και απευθύνεται σε ολόκληρη την οικογένεια. Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη ιστορία;
Το έργο αυτό το είχα παρουσιάσει το 2016, με τίτλο «Ο τυχερός στρατιώτης», σε κείμενο της Ξένιας Καλογεροπούλου, βασισμένο σε ρωσικό παραμύθι.
Δέκα χρόνια αργότερα αποφάσισα να επιστρέψω στην ιστορία. Όχι όμως για να επαναλάβω την ίδια παράσταση. Ήθελα να δημιουργήσω μια νέα διασκευή, που να συνομιλεί περισσότερο με το σήμερα, με το 2026, με όσα συμβαίνουν γύρω μας αλλά και μέσα μας.
Στον αρχικό μύθο, ένας στρατιώτης επιστρέφει από τον πόλεμο και βρίσκει τον τόπο του κατεστραμμένο. Ξεκινά μια καινούργια διαδρομή και στη διάρκειά της αποκτά τρία μαγικά δώρα. Ξαφνικά, πολλά πράγματα στη ζωή του γίνονται εύκολα. Σχεδόν χωρίς προσπάθεια.
Και εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον.
Ο στρατιώτης δεν είναι εξαρχής ένας κακός άνθρωπος. Όμως η ευκολία, η δύναμη που αποκτά και ο θαυμασμός που εισπράττει αρχίζουν σιγά σιγά να τον αλλάζουν. Η ευγνωμοσύνη των άλλων μετατρέπεται, στα δικά του μάτια, σε επιβεβαίωση της υπεροχής του.
Πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να μπερδέψει τη δύναμη με την αξία του; Πόσο εύκολα μπορεί να ξεχάσει ποιος ήταν όταν όλα αρχίσουν να του χαρίζονται;
Αυτά τα ερωτήματα με απασχόλησαν.
Η παράσταση μιλά για την αλαζονεία, την απληστία, την απώλεια, αλλά και για την αγάπη, τη συντροφικότητα, την ευθύνη. Για την ανάγκη να συνεχίζουμε να προσπαθούμε και να μην επαναπαυόμαστε στο εύκολο.
Και κυρίως, για την ανάγκη να μη χάσουμε το παιδί που κάποτε υπήρξαμε.
Δεν θέλουμε να παρουσιάσουμε στα παιδιά έναν κόσμο όπου όλα είναι όμορφα και δίκαια. Θέλουμε να μοιραστούμε μαζί τους και τα όμορφα και τα δύσκολα της ζωής. Με τρυφερότητα, χιούμορ, φαντασία και, πάνω απ’ όλα, ειλικρίνεια.

Β2. Ποια είναι η βασική ιδέα του έργου και ποιο μήνυμα θέλετε να πάρουν μαζί τους οι μικροί θεατές φεύγοντας από το θέατρο;
Θα σου πω κάτι που ίσως ακουστεί παράξενο. Δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω τα παιδιά να φύγουν από την παράσταση έχοντας πάρει ένα συγκεκριμένο μήνυμα.
Θα προτιμούσα να φύγουν έχοντας μια ερώτηση.
Να αναρωτηθούν, για παράδειγμα, γιατί ένας άνθρωπος που αποκτά δύναμη μπορεί να αρχίσει να φέρεται διαφορετικά στους άλλους. Γιατί μερικές φορές ξεχνάμε να ακούμε; Γιατί μεγαλώνοντας θεωρούμε το παιχνίδι λιγότερο σημαντικό από όλα εκείνα τα «σοβαρά» πράγματα που μας απασχολούν;
Και ίσως να αναρωτηθούν και κάτι ακόμη: Μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει; Να αναγνωρίσει τα λάθη του και να ξαναβρεί κάτι από την τρυφερότητα που έχασε;
Δεν θέλουμε να κουνήσουμε το δάχτυλο στα παιδιά. Αρκετά δάχτυλα τους κουνάμε καθημερινά οι μεγάλοι!
Θέλουμε να τους αφηγηθούμε μια ιστορία, να γελάσουμε μαζί τους, να παίξουμε, να συγκινηθούμε και να τους αφήσουμε τον χώρο να σκεφτούν.
Αν ένα παιδί, φεύγοντας, θελήσει να συζητήσει με τον γονιό του κάτι που είδε, αν διαφωνήσει με έναν ήρωα ή αν κάνει μια ερώτηση που εμείς οι μεγάλοι δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε, τότε για μένα η παράσταση έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό.

Β3. Στην αφίσα βλέπουμε έναν στρατιώτη να κάθεται πάνω σε έναν ψηλό σωρό από βιβλία, ενώ απέναντί του βρίσκεται ένα παιδί που κρατά ένα κόκκινο μπαλόνι. Πώς συνδυάζονται αυτές οι εικόνες με τον συμβολισμό της παράστασης;
Κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, μου γεννιέται πρώτα απ’ όλα μια ερώτηση.
Το παιδί βρίσκεται μακριά από τον ενήλικο στρατιώτη ή ο στρατιώτης έχει απομακρυνθεί από το παιδί;
Και ποιος τελικά ευθύνεται για αυτή την απόσταση;
Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι τρέχουμε ακατάπαυστα. Να προλάβουμε, να πετύχουμε, να αποκτήσουμε, να ανταποκριθούμε σε υποχρεώσεις. Και μέσα σε αυτό το συνεχές τρέξιμο, κάποιες φορές ξεχνάμε τα παιδιά.
Όχι μόνο τα δικά μας παιδιά ή τα παιδιά των άλλων. Ξεχνάμε και το παιδί που υπάρχει μέσα μας.
Ο στρατιώτης, καθισμένος ψηλά, μπορεί να συμβολίζει τον κόσμο των ενηλίκων. Έναν κόσμο γεμάτο γνώσεις, εμπειρίες, βεβαιότητες, ίσως και μια αίσθηση υπεροχής. Το παιδί, από την άλλη, κρατά ένα μπαλόνι. Κάτι τόσο απλό, εύθραυστο, που μπορεί να πετάξει μακριά αν δεν το προσέξεις.
Δεν πιστεύω ότι η γνώση και η εμπειρία μάς απομακρύνουν αναγκαστικά από την παιδικότητα. Μερικές φορές όμως η βεβαιότητα ότι τα ξέρουμε όλα μάς κάνει να σταματάμε να ακούμε.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι να ανέβει το παιδί εκεί όπου βρίσκεται ο στρατιώτης. Ίσως χρειάζεται ο στρατιώτης να κατέβει λίγο από το ύψος του.
Να συναντηθούν κάπου στη μέση.
Και, αν γίνεται, να παίξουν.
Γ. Το παιδικό θέατρο και τα μηνύματα της εποχής
Γ1. Το παιδικό θέατρο συχνά καλείται να μιλήσει για δύσκολα ζητήματα με τρόπο κατανοητό στα παιδιά. Πώς βρίσκετε την ισορροπία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στον ουσιαστικό προβληματισμό;
Θα ήθελα, πρώτα απ’ όλα, να έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα παιδιά.
Πολλές φορές πιστεύουμε ότι πρέπει να τους εξηγήσουμε τα πάντα, να απλοποιήσουμε υπερβολικά τα πράγματα, να τους δώσουμε έτοιμες απαντήσεις. Κι όμως, τα παιδιά μπορούν να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε ακόμη και πολύ δύσκολα ζητήματα.
Γιατί έχουν μια σπουδαία ικανότητα. Μπορούν να απαντούν απλά και ειλικρινά.
Και πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο να είσαι απλός.
Το παιδικό κοινό είναι ίσως το πιο απαιτητικό και ειλικρινές κοινό που μπορεί να συναντήσει ένας ηθοποιός. Αν δεν του αρέσει κάτι, θα το καταλάβεις αμέσως. Αν του αρέσει, επίσης! Δεν θα προσποιηθεί από ευγένεια ότι παρακολουθεί.
Στη δική μας παράσταση δεν προσπαθούμε να δώσουμε έτοιμες απαντήσεις. Θέτουμε ερωτήματα.
Και γνωρίζουμε ότι ένα παιδί έξι ετών και ένας έφηβος δώδεκα ετών, ευτυχώς, δεν βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια μάτια.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να καταλάβουν όλοι τα ίδια πράγματα. Θέλουμε κάθε παιδί να συναντήσει την ιστορία από το σημείο στο οποίο το ίδιο βρίσκεται.
Γι’ αυτό χρησιμοποιούμε διαφορετικές μορφές έκφρασης: την υποκριτική, τον χορό, τη μουσική, το τραγούδι, τον αυτοσχεδιασμό, την κίνηση και το παιχνίδι. Δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία της παράστασης. Είναι διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθείς, να επικοινωνήσεις και να αγγίξεις έναν άνθρωπο.
Όσο για την ισορροπία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στον προβληματισμό, δεν πιστεύω ότι είναι δύο αντίθετα πράγματα.
Ένα παιδί μπορεί να γελάσει με την ψυχή του και, λίγα λεπτά αργότερα, να βρεθεί μπροστά σε μια σκέψη που θα το ακολουθεί για μέρες.
Αυτό είναι ένα από τα όμορφα πράγματα που μπορεί να κάνει το θέατρο.

Γ2. Σε μια εποχή που τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα στις οθόνες, στα κινητά και στην ταχύτητα της ψηφιακής πληροφορίας, τι μπορεί να τους προσφέρει η ζωντανή θεατρική εμπειρία που δεν μπορούν να βρουν αλλού;
Δεν θα ήθελα να δαιμονοποιήσω την τεχνολογία. Άλλωστε, κι εμείς οι ενήλικες περνάμε ατελείωτες ώρες μπροστά σε μια οθόνη. Θα ήταν λίγο υποκριτικό να κατηγορούμε μόνο τα παιδιά.
Νομίζω όμως ότι το θέατρο προσφέρει κάτι που γίνεται ολοένα και πιο πολύτιμο: την πραγματική συνάντηση.
Στο θέατρο δεν υπάρχει ένα κουμπί για να προσπεράσεις μια στιγμή που σε δυσκολεύει. Δεν μπορείς να επιταχύνεις έναν άνθρωπο που σκέφτεται, που σιωπά, που προσπαθεί να σου πει κάτι.
Χρειάζεται να του δώσεις χρόνο.
Και αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Ο χρόνος που αφιερώνουμε ο ένας στον άλλον.
Ένα παιδί βλέπει μπροστά του έναν αληθινό άνθρωπο. Τον ακούει να αναπνέει, να γελά, να φοβάται, να κάνει ένα λάθος, να προσπαθεί. Και το πιο σπουδαίο; Μπορεί να επηρεάσει αυτό που συμβαίνει στη σκηνή με την ίδια του την παρουσία.
Η θεατρική πράξη είναι μια ζωντανή σχέση. Δεν είναι μονόδρομος.
Δεν πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να ανταγωνιστεί την οθόνη. Θα χάσει αν προσπαθήσει να γίνει πιο γρήγορο, πιο εντυπωσιακό ή πιο θορυβώδες από αυτήν.
Η δύναμή του βρίσκεται κάπου αλλού.
Στο ότι για λίγη ώρα κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται στον ίδιο χώρο, μοιράζονται την ίδια ιστορία, γελούν, συγκινούνται, σκέφτονται. Μαζί.
Και σε μια εποχή που επικοινωνούμε διαρκώς, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι συναντιόμαστε πραγματικά, αυτό το «μαζί» έχει τεράστια αξία.
Δ. Η θεατρική ζωή στο Ηράκλειο και τα επόμενα σχέδια
Δ1. Πώς βλέπετε σήμερα τη θεατρική κίνηση στο Ηράκλειο; Υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθούν νέες καλλιτεχνικές ομάδες και να δημιουργηθεί ένα ακόμη πιο ζωντανό πολιτιστικό περιβάλλον;
Έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε μια εποχή όπου η τέχνη, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, δοκιμάζεται. Και κάποιες φορές αισθάνομαι ότι πολεμάται.
Γιατί η τέχνη, όταν είναι ουσιαστική, έχει μια ενοχλητική ιδιότητα: μπορεί να αφυπνίζει. Να σε βάζει να σκέφτεσαι, να αμφισβητείς, να κοιτάζεις εκεί που ίσως θα προτιμούσες να μη δεις.
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν βαθιά αυτό που κάνουν. Άνθρωποι του θεάτρου, της μουσικής, του χορού, του τραγουδιού, των εικαστικών τεχνών. Άνθρωποι που, παρά τις δυσκολίες, πατάνε πόδι και αποφασίζουν να πάνε παραπάνω. Όχι παρακάτω.
Στο Ηράκλειο βλέπω νέες ομάδες, νέους δημιουργούς, ανθρώπους με ταλέντο, φαντασία και διάθεση να εκφράσουν τις ανησυχίες τους. Αυτό είναι αισιόδοξο.
Αλλά δεν αρκεί το ταλέντο. Ούτε μπορούμε να απαιτούμε διαρκώς από τους καλλιτέχνες να στηρίζουν τα πάντα μόνο στο προσωπικό τους μεράκι και στην αυτοθυσία τους.
Χρειάζονται χώροι, υποδομές, ουσιαστική συνεργασία με τους θεσμούς και μια αντίληψη που να αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως ανάγκη της κοινωνίας και όχι ως πολυτέλεια.
Και χρειάζεται κάτι ακόμη, που αφορά κι εμάς τους ίδιους τους καλλιτέχνες: να μάθουμε να συναντιόμαστε περισσότερο, ακόμη κι όταν διαφωνούμε.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε όλοι το ίδιο θέατρο. Χρειάζεται όμως να μπορούμε να συνυπάρχουμε.

Δ2. Ποια είναι η θέση του παιδικού θεάτρου στην πολιτιστική ζωή της πόλης; Θεωρείτε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη από τους θεσμούς, την εκπαιδευτική κοινότητα και την τοπική κοινωνία;
Θα δώσω ίσως μια ουτοπική απάντηση. Αλλά είναι η αλήθεια μου.
Μακάρι να μπορούσαμε να δημιουργούμε καθημερινά ευκαιρίες για να συναντιόμαστε με τα παιδιά μέσα από την τέχνη. Και δεν εννοώ μόνο να παρακολουθούν μια θεατρική παράσταση μία ή δύο φορές τον χρόνο.
Να παίζουν θέατρο, να αυτοσχεδιάζουν, να τραγουδούν, να χορεύουν, να εκφράζουν τις σκέψεις και τις ανησυχίες τους. Να δημιουργούν.
Η τέχνη δεν είναι απλώς ένας ευχάριστος τρόπος να περάσεις την ώρα σου. Μπορεί να σε αφυπνίσει. Να σε βοηθήσει να αναγνωρίσεις κάτι από τον εαυτό σου μέσα στα λόγια ενός άλλου ανθρώπου.
Και αυτό για ένα παιδί είναι πολύ σημαντικό.
Θα ήθελα το παιδικό θέατρο να αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα και τον ίδιο σεβασμό που οφείλουμε σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν είναι ένα μικρότερο ή ευκολότερο θέατρο επειδή απευθύνεται σε μικρότερους ανθρώπους.
Χρειάζεται, ασφαλώς, μεγαλύτερη στήριξη από τους θεσμούς, τα σχολεία και την τοπική κοινωνία. Αλλά όχι μόνο οικονομική.
Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι η επαφή ενός παιδιού με την τέχνη δεν είναι μια περιστασιακή δραστηριότητα.
Είναι μέρος της παιδείας του.


Ευχαριστούμε πολύ!











