Η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί το σημαντικότερο διαχρονικό κεφάλαιο της Ελλάδας. Είναι η ιστορική της ταυτότητα, η ισχυρότερη έκφραση της πολιτιστικής της συνέχειας και ένας από τους βασικότερους παράγοντες της διεθνούς ακτινοβολίας της. Παράλληλα, αποτελεί ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό με τεράστια εκπαιδευτική, κοινωνική, επιστημονική αλλά και οικονομική σημασία. Γι’ αυτό κάθε μεταρρύθμιση που αφορά τη διοίκηση και την αξιοποίησή της προκαλεί εύλογο δημόσιο ενδιαφέρον. Η πρόσφατη ψήφιση του νέου θεσμικού πλαισίου για τον Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.
Δυστυχώς, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα δίλημμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν τίθεται ζήτημα ιδιωτικοποίησης των αρχαιοτήτων ούτε μεταβολής της κυριότητάς τους. Το Σύνταγμα και η αρχαιολογική νομοθεσία εξακολουθούν να προστατεύουν πλήρως τα μνημεία και τις αρχαιότητες ως περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Η μεταρρύθμιση αφορά κυρίως τον τρόπο οργάνωσης, ανάπτυξης και επιχειρησιακής διαχείρισης δράσεων που σχετίζονται με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και όχι τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας της.
Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Άλλο πράγμα είναι η κυριότητα ενός δημόσιου αγαθού και άλλο η διοίκησή του. Το κράτος μπορεί να παραμένει ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης και εγγυητής της προστασίας ενός μνημείου, ενώ ταυτόχρονα να επιλέγει πιο σύγχρονες μορφές διοίκησης, με μεγαλύτερη ευελιξία, καλύτερο σχεδιασμό και αυστηρή λογοδοσία. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Το Μουσείο του Λούβρου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ανήκει στο γαλλικό κράτος και οι συλλογές του προστατεύονται από το δημόσιο δίκαιο. Ωστόσο, λειτουργεί ως δημόσιο διοικητικό ίδρυμα με σημαντική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Διαθέτει δικό του προϋπολογισμό, αναπτύσσει διεθνείς συνεργασίες, προσελκύει χορηγίες, οργανώνει μεγάλες εκθέσεις και σχεδιάζει μακροπρόθεσμα την ανάπτυξή του. Η αυτοτέλεια αυτή δεν αποδυναμώνει τον δημόσιο χαρακτήρα του μουσείου. Αντιθέτως, ενισχύει την αποτελεσματικότητα της δημόσιας πολιτικής.
Ανάλογη είναι η περίπτωση του Βρετανικού Μουσείου. Η διοίκησή του ασκείται από ανεξάρτητο Board of Trustees, το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο ειδικής νομοθεσίας. Οι συλλογές του δεν αποτελούν ιδιωτική περιουσία ούτε η διοίκηση μπορεί να τις διαθέσει κατά βούληση. Η μακρόχρονη υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα αποδεικνύει ακριβώς ότι ακόμη και το ίδιο το μουσείο δεσμεύεται από το νομοθετικό πλαίσιο που έχει θεσπίσει το βρετανικό κράτος. Η διοικητική αυτοτέλεια δεν συνεπάγεται ελευθερία μεταβολής της κυριότητας ούτε περιορισμό της δημόσιας ευθύνης.
Στη Γερμανία, το Ίδρυμα Πρωσικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς διαχειρίζεται τα Κρατικά Μουσεία του Βερολίνου, συμπεριλαμβανομένου του περίφημου Museuminsel. Πρόκειται για δημόσιο ίδρυμα που χρηματοδοτείται από το ομοσπονδιακό κράτος και τα κρατίδια, διαθέτει όμως σημαντική οργανωτική αυτοτέλεια και μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό. Αντίστοιχες μορφές διοίκησης εφαρμόζονται στο Rijksmuseum της Ολλανδίας και στο Museo del Prado της Ισπανίας. Οι θεσμικές μορφές διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όμως η βασική φιλοσοφία είναι κοινή: το κράτος παραμένει ο θεματοφύλακας της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ οι οργανισμοί που τη διαχειρίζονται αποκτούν τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά.
H Ελλάδα κατέχει μια μοναδική θέση στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη. Διαθέτει 19 μνημεία ενταγμένα στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCΟ, περισσότερα από 18.500 καταγεγραμμένα μνημεία, εκατοντάδες οργανωμένους αρχαιολογικούς χώρους και περισσότερα από 200 δημόσια μουσεία και αρχαιολογικές συλλογές. Από την Ακρόπολη και τους Δελφούς μέχρι τη Δήλο, τη Βεργίνα, τον Μυστρά και το Άγιο Όρος, η Ελλάδα διαχειρίζεται ένα πολιτιστικό απόθεμα που δεν αποτελεί μόνο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας αλλά και παγκόσμιο αγαθό.
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση δυσκολεύεται συχνά να ανταποκριθεί στις σύγχρονές απαιτήσεις. Οι διαδικασίες είναι πολύπλοκες, οι εγκρίσεις χρονοβόρες και η αξιοποίηση ευκαιριών καθυστερεί. Διεθνείς συνεργασίες, ψηφιακές εφαρμογές, σύγχρονες υπηρεσίες προς τους επισκέπτες, εκπαιδευτικά προγράμματα, πολιτιστικές διαδρομές και χορηγίες απαιτούν ευελιξία, ταχύτητα και επαγγελματική διοίκηση. Αυτές οι ανάγκες δεν αναιρούν τον δημόσιο χαρακτήρα του πολιτισμού. Αντιθέτως, τον υπηρετούν.
Ο πολιτισμός, άλλωστε, δεν αποτελεί μόνο ιστορική υποχρέωση. Είναι πλέον ένας από τους σημαντικότερους τομείς της σύγχρονης οικονομίας. Επηρεάζει τον τουρισμό, τη δημιουργική βιομηχανία, την εκπαίδευση, την έρευνα, την τοπική ανάπτυξη και τη διεθνή εικόνα της χώρας. Σε μια εποχή όπου η πολιτιστική διπλωματία αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκεστεί στη διαχείριση της καθημερινότητας. Οφείλει να σχεδιάσει το μέλλον.
Η σύγχρονη διοίκηση δεν σημαίνει εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σημαίνει καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, ταχύτερη ολοκλήρωση έργων αποκατάστασης, αποτελεσματικότερη προβολή των μουσείων, ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης όπου αυτή μπορεί να υποστηρίξει την έρευνα και την ενημέρωση των επισκεπτών και δημιουργία νέων πηγών χρηματοδότησης που επιστρέφουν στην προστασία των ίδιων των μνημείων.
Φυσικά, καμία μεταρρύθμιση δεν επιτυγχάνει μόνο επειδή αλλάζει ένας οργανωτικός νόμος. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την αξιολόγηση, τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και την επιστημονική ανεξαρτησία των αρμόδιων οργάνων. Η λειτουργική ευελιξία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επιστημονική ευθύνη ούτε να περιορίσει την προστασία των αρχαιοτήτων. Οφείλει να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς αυτήν.
Η πραγματική επιλογή, επομένως, είναι ανάμεσα σε μια διοίκηση που αναλώνεται στη διαχείριση των διαδικασιών και σε μια διοίκηση που παράγει αποτέλεσμα. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες δεν ενίσχυσαν τα μουσεία τους απομακρύνοντας το κράτος. Τα ενίσχυσαν δημιουργώντας ισχυρούς δημόσιους οργανισμούς με σαφείς αρμοδιότητες, σύγχρονα εργαλεία διοίκησης και αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου.
Η Ελλάδα δεν υστερεί σε πολιτισμό. Υστερεί συχνά στον τρόπο που τον διοικεί. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν εμπιστευόμαστε την πολιτιστική μας κληρονομιά. Είναι αν είμαστε έτοιμοι να της προσφέρουμε διοίκηση αντάξια της αξίας της. Εάν η νέα μεταρρύθμιση εφαρμοστεί με συνέπεια, διαφάνεια, θεσμικό σεβασμό και διαρκή δημόσιο έλεγχο, τότε δεν θα έχει αλλάξει απλώς ένα οργανωτικό σχήμα. Θα έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να προστατεύσει αποτελεσματικότερα το σημαντικότερο συγκριτικό της πλεονέκτημα και να το αξιοποιήσει προς όφελος της παιδείας, της κοινωνίας, της οικονομίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν προστατεύεται μόνο με ισχυρούς νόμους. Προστατεύεται και με θεσμούς που λειτουργούν, με διοικήσεις που σχεδιάζουν το μέλλον και με ένα κράτος που αντιλαμβάνεται ότι ο πολιτισμός δεν είναι απλώς η μνήμη του έθνους. Είναι και η σημαντικότερη επένδυσή του για το μέλλον.
ΑΠΟ CAPITAL.GR









