Γράφει η Γιάννα Χουρδάκη
Οι εσωτερικές συγκρούσεις έχουν μελετηθεί από την ψυχολογία και τη φιλοσοφία αλλά και από τη θρησκεία και την τέχνη.
Η κυριαρχία των αντίθετων στοιχείων στον ανθρώπινο νου και, κατ’ επέκταση, στον ψυχισμό και την προσωπικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως μία σημαντική πηγή εσωτερικών συγκρούσεων και δυστυχίας.
Οι συγκρούσεις αυτές προκύπτουν συχνά από την ταυτόχρονη ή διαδοχική ύπαρξη αντιφατικών σκέψεων, συναισθημάτων ή επιθυμιών ή και ιδιοσυγκρασιακών χαρακτηριστικών μέσα στο ίδιο άτομο. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να νιώθει έντονη αγάπη αλλά και θυμό για το ίδιο πρόσωπο, ή να θέλει να πετύχει έναν στόχο, ενώ ταυτόχρονα φοβάται την αποτυχία, να νιώθει ενθουσιασμό τον οποίο διαπιστώνει ότι διαδέχεται η απογοήτευση, να είναι σκληρός και παράλληλα ευαίσθητος, κ.λπ. Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε άπειρα παρόμοια ζεύγη.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια αέναη κίνηση από το «θετικό» πόλο στον «αρνητικό» και αντίστροφα, σαν την κίνηση ενός εκκρεμούς. Θα άξιζε πραγματικά να αναλογιστούμε πόσο συχνά βιώνουμε αυτήν την ταλάντωση και να συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει ακούσια, με ένα τρόπο αυτοματοποιημένο, χωρίς τη δική μας επιλογή και βούληση, διαφορετικά δεν θα ήταν ένα τόσο σταθερά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Αν επεκτείνουμε λίγο περισσότερο τη σκέψη μας θα διαπιστώσουμε ότι στην ουσία πρόκειται για μια ψυχολογική «φυλακή».
Ο Carl Jung, θεώρησε θεμελιώδη για την ψυχολογική ανάπτυξη του ανθρώπου, την ολοκλήρωση και την πορεία προς την εξατομίκευση, την αναγνώριση, συνειδητοποίηση και αποδοχή αυτών των εσωτερικών αντιθέσεων, διαδικασίες που οδηγούν σε μετουσίωση και εσωτερική ανάπτυξη. Πρόκειται για δύσκολο έργο, καθώς οι αρνητικές πτυχές του εαυτού μας, οι αρνητικοί πόλοι, συχνά δε συνειδητοποιούνται και δεν αναγνωρίζεται η ύπαρξή τους, από το άτομο. Στην ουσία, το άτομο υποσυνείδητα χρησιμοποιεί μηχανισμούς για να αποφύγει την επίγνωση των αντιφάσεων και τον δυσάρεστων αληθειών για τον εαυτό του. Έτσι, στο παράδειγμα της ευαισθησίας και της σκληρότητας που ανέφερα πριν, είναι πιθανό κάποιος να αναγνωρίζει μόνο την ευαίσθητη πλευρά του, ενώ στις περιπτώσεις που φαίνεται σκληρός να εκλογικεύει τη συμπεριφορά του και να τη χαρακτηρίζει, για παράδειγμα, επιβεβλημένη αυστηρότητα ή κάτι αντίστοιχο, γιατί δε θέλει να αναγνωρίσει αυτή την πτυχή του εαυτού του. Όσα όμως υποσυνείδητα απωθούμε, δε θεραπεύονται, ούτε εξαφανίζονται, αλλά παραμένουν ενεργά στοιχεία της προσωπικότητας και μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχή εσωτερική διαμάχη και έντονη ψυχική ένταση, δημιουργώντας συναισθήματα άγχους, απογοήτευσης ή ακόμα και κατάθλιψης.
Περίπου 2.300 χρόνια πριν τον Jung, ο Αριστοτέλης, ασχολήθηκε με το ίδιο ζήτημα, και επινόησε την έννοια της μεσότητας, κεντρικό στοιχείο της ηθικής του φιλοσοφίας. Η μεσότητα, αποτελεί την υπέρβαση της ταλάντωσης ανάμεσα στις πολικότητες. Πρόκειται για μια σύνθετη εννοιολογική κατασκευή, που κατά τη γνώμη μου, λανθασμένα ερμηνεύεται από πολλούς ποσοτικά, καθώς έχει ποιοτική και όχι ποσοτική διαφορά από τα άκρα που συνθέτουν τις πολικότητες.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η μεσότητα, ας φανταστούμε την κίνηση ενός εκκρεμούς. Παρατηρούμε ότι το εύρος της κίνησης είναι ίδιο και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όσο πιο μακριά φτάνει στο ένα άκρο, τόσο πιο μακριά φτάνει και στο άλλο. Αν η κίνηση αυτή αντανακλά τις εσωτερικές μας μεταπτώσεις, τότε συμπεραίνουμε ότι η χαρά που βιώνεται έντονα, θα δώσει σύντομα τη θέση της σε μια εξίσου έντονη απογοήτευση και το ίδιο ισχύει για όλες τις εσωτερικές μας καταστάσεις. Παρατηρούμε όμως, και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: ότι το πάνω μέρος του εκκρεμούς είναι σταθερό, δε μετατοπίζεται και βρίσκεται στη μέση της κίνησης, όσο εύρος κι αν έχει αυτή.
Η μεσότητα ουσιαστικά, είναι η σύνθεση των αντιθέτων, διαδικασία που οδηγεί στην παύση της ταλάντωσης. Ο άνθρωπος που μετά από εσωτερική εργασία καταφέρει να αντιληφθεί, να κατανοήσει και να αποδεχτεί τις αντίθετες εσωτερικές του δυνάμεις, τότε οδηγείται στη σύνθεση των αντίθετων πόλων και σε ένα σημείο σταθερό, τη μεσότητα.
Πρόκειται για μια τρίτη δύναμη, διαφορετική ποιοτικά από τα δύο άκρα, η οποία οδηγεί σε σύνθεση και υπέρβαση των αντίθετων ψυχικών καταστάσεων. Μέσα από την αυτογνωσία, η επίλυση των συγκρούσεων μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική ισορροπία και σταθερότητα, που λαμβάνει χώρα σε ένα επίπεδο ψυχολογικά υψηλότερο, στο οποίο ο άνθρωπος δεν άγεται και φέρεται από τα εξωτερικά ερεθίσματα, ή τις εσωτερικές ακούσιες και αυτοματοποιημένες συναισθηματικές καταστάσεις, ώστε να οδηγείται σε συνεχείς ταλαντώσεις, χωρίς επιλογή. Αντίθετα, με τη δύναμη της αυτογνωσίας και της αυτοπαρατήρησης με την ψυχολογική και φιλοσοφική έννοια, μπορεί να αποστασιοποιείται από αυτά, να τα συνθέτει και να τα αφομοιώνει, υψώνοντας τον εαυτό του σε ένα υψηλότερο επίπεδο, όπου δεν μπορούν να τον αγγίξουν αυτές οι μεταπτώσεις. Παύει έτσι αν θυματοποιείται από τον ίδιο του τον ψυχισμό, κατακτώντας τον έλεγχο του εαυτού του και έχοντας τη δύναμη να επιλέξει, ανοίγοντας το δρόμο για την εσωτερική ισορροπία και ευδαιμονία.
Ενδοχομένως στο έργο του Jung, να υπάρχουν αριστοτελικές επιδράσεις, καθώς είναι γνωστό ότι και ο ίδιος και ο δάσκαλος του, ο Freud, μελετούσαν επισταμένα τα αρχαία ελληνικά κείμενα, σε μια εποχή που εμείς οι Έλληνες δεν είχαμε την πολυτέλεια να τα γνωρίσουμε και να αξιοποιήσουμε.
Ο Αριστοτέλης λοιπόν, θεωρούσε την κατάκτηση της μεσότητας ως κεντρική συνιστώσα για την επίτευξη της αρετής και της ευδαιμονίας. Η αρετή εδώ δεν έχει ηθικό χρώμα, αλλά αποτελεί το μέσο για την επίτευξη του σκοπού της ύπαρξης, που είναι η ευδαιμονία.
Καθώς μίλησα ήδη για την αξία της αυτογνωσίας σε αυτό το δύσβατο ανήφορο που οδηγεί όμως, σε ευδαιμονική θέα, θα κλείσω τονίζοντας, ότι η αυτοπαρατήρηση και η συνειδητοποίηση της εσωτερικής φυλακής στην οποία οδηγεί η αδιάλειπτη ψυχολογική ταλάντωση, αποτελεί το πρώτο και απαραίτητο βήμα.
Γιάννα Χουρδάκη, Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος, Πλατεία Ελευθερίας 45, 6947940293










