Γράφει η Καίτη Κουναλάκη, συγγραφέας-ποιήτρια
Το παλιό το φαρμακείο ήταν χώρος ιερός. Έμπαινες μέσα με το ίδιο αίσθημα που πηγαίνεις στην Εκκλησία. Με τη ρετσέτα του γιατρού στο χέρι πλησίαζες δειλά στον κύριο φαρμακοποιό, που καθόταν σ’ ένα ψηλό τραπέζι και κάπνιζε διαβάζοντας χοντρά βιβλία.
Διάβαζε με προσοχή την συνταγή και την έδινε στον πρώτο βοηθό να την εκτελέσει. Τότες όλα τα φάρμακα ή σχεδόν όλα παρασκευάζονταν με τα χέρια μέσα στο μυστηριακό εργαστήρι. Κρυφά από τον κόσμο σαν θρησκευτική ιεροτελεστία.
Πόσο έχουν αλλάξει σήμερα τα πράγματα. Ο κόσμος γέμισε φαρμακεία και φάρμακα χιλιών λογιών για κάθε αρρώστια και πάθηση.
Ο πολιτισμός τα έχει τυποποιήσει όλα και τ’ αράδιασε μέσα σ ’όμορφες βιτρίνες κουτιά και κουτάκια βαλμένα με αλφαβητική σειρά. Αλλού τα χάπια, αλλού οι ενέσεις και οι σταγόνες, αλλού οι αλοιφές κι αλλού τα μπουκάλια με τα σιρόπια και τα δυναμωτικά.
Μπαίνεις στην ουρά και δίνεις την συνταγή. Αμέσως στο ατάκα μπροστά σου είναι τα φάρμακα που έγραψε ο γιατρός, η οδηγία χρήσεως που γράφει ο φαρμακοποιός κι έτοιμος κι ο λογαριασμός.
Τα φάρμακα — αυτά τα μέσα ανακούφισης και θεραπείας του ανθρώπινου πόνου — από μυστήριο και μαγεία που ήταν τον παλιό καιρό έχουν καταντήσει σκέτο εμπόρευμα καλά τυποποιημένο.
Η γοητεία και το μυστήριο των παλιών σπετσέρηδων με τις μακριές τους μπλούζες και την σοφή τέχνη τους υποτάχτηκαν στην πεζότητα της τεχνικής και επιστημονικής προόδου. Τότες όλα γίνονταν με τα έμπειρα χέρια των φαρμακοτρίφτηδων σύμφωνα με τα κατεβατά της φαρμακοσύνθεσης του γιατρού Κι εδώ που τα λέμε τα φαρμακεία αξιοποιούσαν πέρα για πέρα το όνομά τους κι ήταν σωστά… φαρμακεία με τα μεγάλα κι ανεξερεύνητα κέρδη που άφηναν στο αφεντικό. Η πρώτη ύλη στοίχιζε μια δεκάρα αλλά ο άρρωστος όπως και τώρα όπως και πάντα δεν κάνει παζάρια και πληρώνει το φάρμακο όσο-όσο για να γιατρευτεί.
Ο πρώτος βοηθός με τ’ άσπρα μαλλιά και τα κατακόκκινα σαν κοριτσίστικα μάγουλα διαβάζει με τη σειρά του την συνταγή και παραγγέλνει στον κομιστή: «Να μου φέρεις ένα χοντρό μπουκάλι μισοκάρικο και σε κάνα δυο ώρες θα είναι έτοιμο το φάρμακο»
Τα μικρά βοηθάκια βούρτσιζαν μπουκάλια και εργαλεία στο νεροχύτη και μουρμούριζαν χαμηλόφωνα: «Ποσιόν ριβερί». Ήταν το φάρμακο – πανάκεια για την ελονοσία και για τις φουσκωμένες σπλήνες…
Έγραφε λοιπόν η σοφή συνταγή CUM DEO (συν Θεώ) όλες οι συνταγές έτσι άρχιζαν…
RECIPE ( λάβε).
— Μπι καρμπουάτ ντε σουντ (σόδα φαγητού)
— Ασίντ σιτρίκ (λεμόντουζο)
— Σιουκρ (ζάχαρη)
— Εσάνς vτ’ ανανά (δυο σταγόνες μυρωδιά ανανά)
— Νερό όσο χρειάζεται…
Αυτή ή γκαζόζα ήταν το θαυματουργό φάρμακο που δύσκολα κρατιόταν μέσα στο χοντρό μπουκάλι κι ήθελε να ξεπεταχτεί. Αλλά το μπουκάλι ήταν γερά ταπωμένο και δεμένο γύρω-γύρω στο στόμα με σπάγκο.
Με περισπούδαστο ύφος ο αρχισπετσέρης έδινε, χώρια από τις γραφτές και προφορικές οδηγίες; «θ’ ανοίξετε το μπουκάλι με μεγάλη προσοχή για να μην τιναχτεί το φάρμακο και θα δίνετε στον άρρωστο ένα κουτάλι της σούπας μετά το φαγητά». Αυτό ήταν! ο άρρωστος γιατρευόταν είτε με τη σόδα είτε συμπτωματικά κι ευγνωμονούσε τον γιατρό και τον φαρμακοποιό…
Μια φορά έφεραν στο φαρμακείο μια βαρειά άρρωστη από ένα καμποχώρι. Την κρατούσαν δύο κι’ αυτή βογκούσε πιάνοντας την νταλακιασμένη απ’ τα μπαζακονέρια του βάλτου κοιλιά της και δεν μπορούσε ν’ ανασάνει καθόλου. Ωχ θα πεθάνω!… ωχ θα πεθάνω!…
Δύσκολο περιστατικό αλλά το έμπειρο μάτι του φαρμακοποιού έκανε την πρώτη διάγνωση. Φωνάζει έναν από τους βοηθούς: «Λεωνίδα να την δει λίγο ο γιατρός»
Στην διπλανή πόρτα στο πρώτο πάτωμα καθόταν ο γιατρός με το αντερί το γυαλιά και τη γαζέτα του… Κατέβηκε τρία-τέσσερα σκαλοπάτια, είδε την άρρωστη και διέταξε: «ποσιόν ριβερί, να πιει δυο δόσεις μαζί εδώ. Και άκου πες στον Φιλόλαο να βάλει κι ένα κάρτο μπιζούκ». (αυτή ήταν συνθηματική λέξη που θα πει ένα τέταρτο αμοιβής για την επίσκεψη).
Το φάρμακο έγινε και οι δυο βοηθοί, ο Τάκης και ο Στέργιος κρατούσαν την πρησμένη άρρωστη απ’ τις μασχάλες κι ο Λεωνίδας μ’ ένα πελώριο κουτάλι την πότιζε: «άνοιξε το στόμα σου και πιε το».
Μια δυο κι’ ύστερα μια τρανταχτή εξάτμιση σαν κλατάρισμα σαμπρέλας από τρακτέρ και η κοιλιά της χοντρής ξεπρήστηκε … Γιατρεύτηκε..
Στην ημερήσια διάταξη ήταν τα φάρμακα για την ελονοσία με πρώτο απ’ όλα το ηρωικό κινίνο σε ενέσεις που διαβολοπονούσαν, σε κουφέτα και σε σκόνη ,που την ανακάτευαν με κόκκινο κρασί ή κονιάκ κι είχε ιδιότητες θεραπευτικές αλλά και άνοιγε την όρεξη του αρρώστου.
Για τους πονοκέφαλους σκονάκια ασπιρίνη ή πυραμιντόν.
Για τις δυσκοιλιότητες σουλφάτ ντε σουντ (θειικό νάτριο) σακκιά ολόκληρα και ουίλ ντε ρισέν (ρετσινόλαδο) ατέλειωτες νταμιτζάνες.
Και τι δεν παρασκεύαζαν οι σπετσέρηδες μέσα στο εργαστήρι τρίβοντας τις σκόνες στα γουδιά, ζεσταίνοντας τις αλοιφές στις κόφες, μετρώντας τα διάφορα υγρά εξτρα (εκχειλίσματα) στους πόντους της μεζούρας κι από κει και πάνω νεράκι οξουγιού ώσπου να γεμίσει το μπουκάλι… Κι όλοι γιατρεύονταν κι όλοι έτρεχαν στους παλιούς σοφούς σπετσέρηδες .
Για όλες τις αρρώστιες είχε φάρμακα και γιατρειά, για τα σπυριά θειάφι με βαζελίνη, για τις ψείρες υδραργυραλοιφή για τα σπυριά του κεφαλιού κατράμι, για τα σκουλήκια των παιδιών σειζίνη και πασατέμπος με μέλι, για το λεύκωμα σίδερο, για την πίεση κοφτές βεντούζες στο σβέρκο και άλλα και άλλα. Για τον κοιλόπονο λάβδανο.
Και τι να πρωτοθυμηθεί κανένας από τα χίλια δυο φάρμακα, που ήταν βαλμένα μέσα σε μεγάλα βάζα γύρω-γύρω στα ράφια με καλλιγραφικές επιγραφές πότε Γαλλικά πότε Λατινικά ( VENENA A — VENENA Β’ , ( τοξικά φάρμακα) κι από κει μέσα ζυγίζονταν στις μικρές ζυγαριές με τα γραμμάρια και τους κόκκους οι φαρμακοτρίφτες έπαιρναν τις ανάλογες δόσεις και ετοίμαζαν την θεραπεία του άρρωστου που περίμενε με αγωνία στου πόνου το κρεββάτι.
Τα παλιά τα φαρμακεία ήταν και σταθμοί πρώτων βοηθειών και πάντα το αφεντικό πρόθυμο και χωρίς παράδες τις έδινε με οξυζενέ και βάμμα στα σπασμένα μούτρα και στα πληγωμένα γόνατα των ανυπόταχτων πιτσιρίκων που αλώνιζαν την πολιτεία σαν ξυπόλητα τάγματα…
Αλλά παρά λίγο να ξεχάσουμε το «φχιαούδι» που το αγόραζαν ντόπιες, βουνίσιας και καμπίσιες, Kαι περιποιούνταν το πρόσωπό τους για να γίνουν απλώς όμορφες ή πιο όμορφες. Ή ταν η περίφημη «κρέμα καλλονής» με βάση τον υδράργυρο..
Οπωσδήποτε πολλά παραλείφτηκαν αλλά η πρόθεσή μου ήταν απλώς να τα θυμηθούμε και να τα θυμίσουμε. Ήταν χώροι ιεροί και με την βοήθεια τους ο κόσμος έβρισκε την υγεία του…










