
Γράφει η Γιάννα Χουρδάκη
Ψυχολόγος- Παιδοψυχολόγος
O μεγαλοφυής ιστορικός Θουκυδίδης, τον 5ο αι. π.Χ., με διορατικότητα προετοίμασε τις επερχόμενες γενεές, για μια δυσοίωνη αλήθεια: η φρίκη και οι συμφορές του πολέμου θα συνεχίζονται, όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια (ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ).
Ο Freud, από την άλλη, διέκρινε στον άνθρωπο, δυο βασικές ενστικτώδεις τάσεις, αντίθετες μεταξύ τους: Από τη μια, την παρόρμηση για ομαδικότητα και συνεργασία και από την άλλη την παρόρμηση για καταστροφή. Επομένως, συμμερίζεται και εκείνος την αντίληψη ότι οι καταστροφικές τάσεις είναι έμφυτες στον άνθρωπο.
Πριν βιαστούμε επομένως, να κατηγορήσουμε τους ηγέτες για τις αποφάσεις τους, πριν ρίξουμε την καταδικαστική λίθο στους άλλους, απαλλάσσοντας τον εαυτό μας από την ευθύνη, θα πρότεινα να σκεφτούμε δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους.
Η πρώτη παράμετρος αφορά τη συνειδητοποίηση του πολέμου που λαμβάνει χώρα τόσο στον ψυχισμό, όσο και τη ζωή του ανθρώπου σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Από μικρή ηλικία, τα δημοφιλέστερα παιχνίδια στις διάφορες κονσόλες είναι πολεμικά. Τα παιδιά συγκρούονται μεταξύ τους από τα πρώτα τους βήματα, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός ξεκινάει ήδη από τις προσχολικές δομές. Από τα πιο τρυφερά χρόνια υπάρχει ανταγωνισμός για την υπεροχή, τη δημοτικότητα, τον αριθμό των παιχνιδιών που συναποτελούν την «ιδιοκτησία» του κάθε παιδιού, ακόμα και ανάμεσα στα αδέλφια, ακόμα και για το ποιος θα κερδίσει την αγάπη της μητέρας.
Κάπως έτσι πορευόμαστε, οι άνθρωποι, και στην ενήλικη ζωή, ισορροπώντας ανάμεσα στους δύο πόλους, την ομαδικότητα και την καταστροφή, παραπαίοντας σε τεντωμένο σχοινί.
Δεν είναι δύσκολο να επιβεβαιώσουμε αυτή τη διαπίστωση. Στην καθημερινότητα μας, είμαστε διαρκώς χωρισμένοι σε παρατάξεις που πολεμούν, έστω και λεκτικά: εμβολιαστές- αντιεμβολιαστές, άντρες- γυναίκες, αυτόχθονες- αλλοδαποί, Ολυμπιακός- Παναθηναϊκός, κ.λπ.
Αυτό όμως, που πραγματικά αξίζει τον προβληματισμό μας, είναι κάτι άλλο: παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος συγκρατεί τη βιαιότητα του, γιατί αυτή διώκεται με αυστηρές ποινές, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο κόσμο, παρόλα αυτά, η εγκληματικότητα ανέρχεται σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά. Τα δελτία ειδήσεων είναι μεστά από αντίστοιχα περιστατικά, ενώ μεγάλος αριθμός δεν καταγράφεται και δε βλέπει το φως της δημοσιότητας, γιατί αφορά σε ενδοοικογενειακή βία και καλύπτεται τόσο από τους θύτες όσο και από τα θύματα.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: αν έχουμε τόσο υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας, παρά τις αυστηρές ποινές, τι θα γινόταν αν ο άνθρωπος αφηνόταν να λειτουργήσει αυθόρμητα, χωρίς να τον εμποδίζει ο φόβος της ποινής ή η κοινωνική πίεση; Πόσα εγκλήματα θα είχαμε καθημερινά; Θα υπήρχε η ανθρωπότητα;
Η έκταση της βίας είναι αντίστοιχη με τα μέσα που κατέχουμε. Όταν το είδος μας πολεμούσε με αυτοσχέδια όπλα, το κακό που μπορούσε να προκαλέσει ήταν περιορισμένο. Μόλις όμως, αποκτήθηκαν τα πρώτα πυροβόλα όπλα, μετά τη βιομηχανική επανάσταση, στα τέλη του 18ου αιώνα, τότε γράφτηκε η πιο μελανή σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας: η αποικιοκρατία.
Σήμερα, έχουμε εξελιχθεί, έχουμε προοδεύσει, και ο λαμπρός και αξιοθαύμαστος πολιτισμός που έχουμε δημιουργήσει, μας έχει προικίσει με πυρηνικά όπλα, πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, υποβρύχια με πυρηνικές κεφαλές και τόσα άλλα θαυμαστά δημιουργήματα, πολλά από τα οποία παραμένουν μυστικά. Σήμερα, μπορούμε να καταστρέψουμε σε τόση έκταση, που οι πρόγονοι μας δεν μπορούσαν να διανοηθούν.
Δεν πολεμάμε όμως, μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Στην πραγματικότητα, θα έλεγα ότι η εσωτερική σύγκρουση είναι το αίτιο και η εξωτερική, ο αντικατοπτρισμός του εσωτερικού μας πολέμου. Πολεμάει το συναίσθημα με τη λογική, τα θέλω με τα πρέπει, ο φόβος με τις επιθυμίες, οι ανάγκες μας με τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, η αγάπη με το μίσος.
Πόλεμος, πόλεμος, πόλεμος….
Η δεύτερη παράμετρος είναι ο ρόλος της ισχύος. Η ιδεολογία μας, η αντίληψη μας για τη ζωή, τη δικαιοσύνη, την ισότητα, οι επιλογές μας, καθορίζονται σημαντικά από την ισχύ που κατέχουμε στον κοινωνικό ιστό, από το αν ανήκουμε στους ισχυρούς ή τους αδύναμους. Όπως, επανειλημμένα έχει αποδειχτεί ιστορικά, η εξουσία αλλάζει σημαντικά τον άνθρωπο. Ο Αβραάμ Λίνκολν έλεγε: αν θέλεις να γνωρίσεις κάποιον, δώσε του εξουσία. Τι θα συνέβαινε αν ο καθένας από εμάς που υπερασπιζόμαστε την ειρήνη, την ισότητα και το δίκαιο του αδύναμου, είχε την ευκαιρία να αποκτήσει τη δύναμη ενός μεγάλου ηγέτη; Μήπως θα κάναμε κι εμείς ακριβώς τα ίδια με όσους τώρα κατηγορούμε; Μήπως οι ηγέτες μας, αποτελούν αντανάκλαση δική μας, είναι καθρέπτης της κοινωνίας και ενσαρκώνουν τη δική μας πολεμοχαρή διάθεση που αρνούμαστε να παραδεχτούμε, να παρατηρήσουμε και να αναγνωρίσουμε;
Άλλωστε ο πόλεμος δε διεξάγεται από τους ηγέτες. Για να υλοποιηθεί μια σύρραξη απαιτούνται χιλιάδες ένοπλοι. Ακόμα και ο πιο ισχυρός ηγέτης δεν μπορεί να εφαρμόσει καμία από τις αποφάσεις του, αν δε βρει ανθρώπους πρόθυμους να τις υλοποιήσουν. Εκείνοι αποφασίζουν, εμείς εκτελούμε και μετά τους κατηγορούμε για όσα αποφάσισαν, για όσα συμβαίνουν, για την καταστροφή που αντικρίζουμε γύρω μας…









