Ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις: Αναγκαιότητα, όχι πολυτέλεια

0
Κοινοποίηση :

Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εκάστοτε πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε να περιορίζεται σε μεμονωμένες αγορές.

Οι τελευταίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εφησυχασμό. Η Άγκυρα επαναφέρει αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, εκδίδει NAVTEX σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος και επιμένει στις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο διάλογος είναι απαραίτητος, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να εξασφαλίσει τη σταθερότητα. Η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις της άλλης πλευράς. Γι’ αυτό η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ουσιαστική ανάγκη.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού οπλοστασίου. Η απόκτηση των Rafale, η αναβάθμιση των F-16, η προμήθεια των F-35 και η σταδιακή ένταξη των νέων φρεγατών Belharra στο Πολεμικό Ναυτικό αλλάζουν τις δυνατότητες της χώρας. Πρόκειται για επενδύσεις που είχαν καθυστερήσει και οι οποίες έρχονται να καλύψουν πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Το μεγαλύτερο όφελος είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Η στρατιωτική ισχύς δεν έχει ως μοναδικό σκοπό την αντιμετώπιση μιας σύγκρουσης, αλλά κυρίως την αποτροπή της. Όταν μια χώρα διαθέτει αξιόπιστες αμυντικές δυνατότητες, μπορεί να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις από ισχυρότερη θέση.

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να επιδιώκει την ένταση με την Τουρκία, δεν μπορεί όμως και να αγνοεί τις συνεχιζόμενες αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η αποτροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς σε περιόδους αυξημένης έντασης.

Παράλληλα, οι σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Η συμμετοχή σε διεθνείς αποστολές, οι στρατιωτικές συνεργασίες και η δυνατότητα συνεισφοράς στην ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής δίνουν στη χώρα μεγαλύτερο βάρος μέσα στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι συμμαχίες παραμένουν απαραίτητες, αλλά έχουν μεγαλύτερη αξία όταν κάθε χώρα είναι σε θέση να συνεισφέρει ουσιαστικά στην κοινή ασφάλεια.

Υπάρχει, επίσης, η οικονομική και τεχνολογική διάσταση. Τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, να στηρίξουν θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και να ενισχύσουν την εγχώρια τεχνογνωσία. Η Ελλάδα διαθέτει επιστημονικό προσωπικό και επιχειρήσεις που μπορούν να δραστηριοποιηθούν σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, η κυβερνοάμυνα, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες οι δορυφορικές δυνατότητες. Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν πραγματικό ρόλο στα προγράμματα και να μην περιοριστούμε στην αγορά έτοιμων συστημάτων από το εξωτερικό.

Υπάρχει όμως και ένα ζήτημα που συχνά υποτιμάται: το προσωπικό. Δεν αρκεί να αγοράζουμε σύγχρονα αεροσκάφη και πλοία αν δεν επενδύουμε ταυτόχρονα στους ανθρώπους που τα χειρίζονται. Οι αποδοχές, οι συνθήκες διαβίωσης, η εκπαίδευση και η επαγγελματική εξέλιξη των στελεχών πρέπει να αποτελούν εξίσου σημαντικές προτεραιότητες. Χωρίς επαρκές και καλά εκπαιδευμένο προσωπικό, ακόμη και ο πιο προηγμένος εξοπλισμός έχει περιορισμένη αξία.

Ασφαλώς, οι εξοπλισμοί έχουν υψηλό οικονομικό κόστος, σε μια περίοδο που υπάρχουν σημαντικές ανάγκες στην υγεία, στην παιδεία και στην καθημερινότητα των πολιτών. Γι’ αυτό κάθε δαπάνη πρέπει να δικαιολογείται από πραγματικές ανάγκες, να συνοδεύεται από διαφάνεια και να εντάσσεται σε έναν συνολικό σχεδιασμό. Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εκάστοτε πολιτικές αντιπαραθέσεις ούτε να περιορίζεται σε μεμονωμένες αγορές.

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή της. Για να το κάνει, όμως, χρειάζεται να είναι σε θέση να προστατεύει αποτελεσματικά τα συμφέροντά της και αυτό προϋποθέτει Ένοπλες Δυνάμεις σύγχρονες, αξιόμαχες και κατάλληλα στελεχωμένες. Με σχέδιο, μέτρο και συνέπεια.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Κοινοποίηση :