
Έναν μηχανισμό εκτεταμένης φοροδιαφυγής, με επίκεντρο το δίκτυο καταστημάτων Pizza Fan, αποκαλύπτει η πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, στο σύστημα παραγγελιοληψίας φέρεται να είχε ενσωματωθεί ειδική λειτουργία με την ονομασία «κέρασμα», μέσω της οποίας μπορούσαν να εκτελούνται παραγγελίες χωρίς να εκδίδεται η προβλεπόμενη φορολογική απόδειξη.
Η οικονομική ζημία για το Ελληνικό Δημόσιο υπολογίζεται σε εκατομμύρια ευρώ, από φόρους εισοδήματος και ΦΠΑ που φέρονται να μην αποδόθηκαν.
Σύμφωνα με την καταγγελία που στάθηκε και η αρχή για τη μεγάλη έρευνα, η απάτη δεν περιοριζόταν μόνο στις λιγότερες δηλωμένες ώρες εργασίας, με αποτέλεσμα τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Το δεύτερο και ιδιαίτερα σημαντικό σκέλος αφορούσε τη μη έκδοση αποδείξεων για παραγγελίες που είχαν παραληφθεί, εκτελεστεί και παραδοθεί στους πελάτες.
Πώς λειτουργούσε η επιλογή «κέρασμα-απόδειξη»
Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι το σύστημα παραγγελιοληψίας μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να εμφανίζει στους χειριστές μια πρόσθετη επιλογή, πέρα από τις συνήθεις δυνατότητες έκδοσης απόδειξης ή ακύρωσης παραγγελίας. Η επιλογή αυτή ονομαζόταν «κέρασμα-απόδειξη».
Η συγκεκριμένη λειτουργία φέρεται να ενεργοποιούνταν βάσει ενός ειδικού αλγορίθμου, ο οποίος λάμβανε υπόψη το ύψος της παραγγελίας, τον τρόπο πληρωμής και τον τρόπο παράδοσης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, αφορούσε παραγγελίες αξίας έως 40 ευρώ.
Με αυτόν τον τρόπο, κατά την αστυνομική έρευνα, υπήρχε δυνατότητα να ολοκληρώνεται η πώληση χωρίς την έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού.
Το ποσοστό των αποδείξεων που φέρεται να μην εκδίδονταν υπολογίζεται περίπου στο 20%.
Το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έρευνα είναι ότι οι παραγγελίες αυτές δεν εξαφανίζονταν από το κεντρικό σύστημα.
Αντιθέτως, φέρονται να καταγράφονταν, επιτρέποντας την παρακολούθηση του συνολικού τζίρου και τη διαχείριση των χρημάτων που προέκυπταν από τη συγκεκριμένη πρακτική.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ως αρχηγικό μέλος εμφανίζεται ο Κ.Α., ο οποίος φέρεται να είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής της εταιρείας που διαχειρίζεται το κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας και υπηρεσίες του δικτύου, παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται τυπικά ως υπάλληλος.
Κατά τα ίδια στοιχεία, ο ίδιος κατέχει ποσοστό 0,01% στην εταιρεία, ενώ το υπόλοιπο 99,99% ανήκει σε κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία.
Ο ίδιος μαζί με τον φερόμενο υπαρχηγό φέρονται να είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της κυπριακής εταιρείας.
Ο φερόμενος υπαρχηγός περιγράφεται και ως βασικός επιχειρησιακός διαχειριστής του δικτύου.
Ακόμα ένας συλληφθείς είχε διευθυντικό ρόλο στη λειτουργία της εταιρείας ενώ περιγράφεται ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα αρχηγικά μέλη και στα καταστήματα.
Σύμφωνα με την έρευνα, είχε αρμοδιότητες εποπτείας, συντονισμού και διαχείρισης λειτουργικών ζητημάτων, ενώ φέρεται να μετέφερε οδηγίες και προειδοποιήσεις σχετικά με ελέγχους.
Ιδιαίτερο ρόλο αποδίδεται σε ακόμα ένα άτομο το οποίο φέρεται να ήταν υπεύθυνο μηχανογράφησης και διαχειριστής του πληροφοριακού συστήματος παραγγελιών.
Είχε μάλιστα τη δυνατότητα να υλοποιεί αλλαγές στο σύστημα που σχετιζόταν με τη λειτουργία «κέρασμα».
Στο μικροσκόπιο των Αρχών βρέθηκαν επίσης πρόσωπα που εργάζονταν στο λογιστήριο της εταιρείας ή είχαν παράλληλα την ευθύνη διαχείρισης καταστημάτων franchise.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι αστυνομικοί της υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, η εγκληματική οργάνωση είχε αναπτύξει δομημένη και διαρκή δράση τουλάχιστον από την 1η Ιανουαρίου 2023, με τη σταδιακή ένταξη και άλλων προσώπων στο δίκτυο.
Οι διαχειριστές των καταστημάτων φέρονται να αξιοποιούσαν τη δυνατότητα μη έκδοσης αποδείξεων σε ποσοστά που καθορίζονταν από τον μηχανισμό, αποκρύπτοντας έτσι μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις.












