
Ανοικτή Επιστολή σε 4 Υπουργούς : Καταγγέλλει το νέο πλαίσιο αφαίρεσης διπλωμάτων οδήγησης ως αλυσιτελές τονίζοντας πως αν αφαιρεθούν όλα τα διπλώματα οδήγησης σίγουρα θα μειωθούν τα τροχαία, αφού δεν θα κυκλοφορεί κανείς στο δρόμο.
Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 5209/2025) που ισχύει από τις 13 Σεπτεμβρίου 2025 έφερε ριζικές αλλαγές στην αφαίρεση διπλώματος οδήγησης. Οι ποινές είναι πλέον πολύ αυστηρότερες, με σύστημα κλιμάκωσης που μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 χρόνια στέρηση της ικανότητας οδήγησης. Η αφαίρεση του διπλώματος καταχωρείται άμεσα στη βάση δεδομένων της Τροχαίας. Το ψηφιακό δίπλωμα απενεργοποιείται αυτόματα στο Gov.gr Wallet. Ο οδηγός δεν μπορεί να εμφανίσει δίπλωμα οδήγησης (ψηφιακά ή φυσικά) και όποιος οδηγήσει ενώ του έχουν αφαιρέσει το δίπλωμα, οι κυρώσεις είναι πολύ βαρύτερες.
Εν τωμεταξύ από 01/01/2026 ισχύουν νέα, χαμηλότερα, όρια ταχύτητας σε αστικές περιοχές. Που σημαίνει ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, η ανάπτυξη ταχύτητας πάνω από 30 klm/h, εντός πόλης μπορεί να αποτελέσει λόγο αφαίρεσης διπλώματος για πολλούς συμπολίτες μας…
Είναι, βεβαίως, προφανής ο σκοπός της αυστηροποίησης του θεσμικού πλαισίου, προς όφελος της οδικής ασφάλειας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χρειαζόταν να ληφθούν μέτρα που να συμβάλουν στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων. Και επίσης, δεν αμφισβητεί κανείς ότι θα πρέπει ως κοινωνία να δείχνουμε κουλτούρα συμμόρφωσης και υπευθυνότητας οδικής συμπεριφοράς. Βεβαίως, είναι νωρίς ακόμη για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το βαθμό συσχέτισης μεταξύ αφαίρεσης διπλώματος οδήγησης και μείωσης τροχαίων ατυχημάτων. Θα το εξετάσουμε κι αυτό εν καιρώ. Εξάλλου, και στην εποχή της καραντίνας είχαν μειωθεί κατακόρυφα τα τροχαία, μόνο που αυτό οφειλόταν στην απαγόρευση κυκλοφορίας. Δεν θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να είναι αυτή η τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του νέου ΚΟΚ. Σε αυτή τη φάση πάντως, όλοι θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι, το να σκοτώνει κανείς κουνούπια με κανόνια, δεν είναι το ζητούμενο…..
Για να υπάρχει οδική ασφάλεια, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει κυκλοφορία. Με την αφαίρεση των διπλωμάτων οδήγησης, δεν αυξάνεται η ασφάλεια, απλά μειώνεται η κυκλοφορία στους δρόμους. Όπως, εξάλλου, με το 112 δεν σβήνουν οι φωτιές….
Η αφαίρεση διπλώματος δεν αποτελεί απλή διοικητική ενέργεια. Είναι επαχθέστατη τιμωρία, «δαμόκλειος σπάθη» για τον κάθε οδηγό, και μάλιστα δυσανάλογη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Μπορεί να θεωρηθεί περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του ατόμου, ειδικά στην Ελληνική Περιφέρεια, όπου δεν υπάρχουν επαρκή μέσα μαζικής μεταφοράς. Θα ήταν χρήσιμο να ενημερώσουμε τους επιτελείς του Αθηνοκεντρικού Κράτους, εάν δεν το γνωρίζουν ήδη. Ότι στην Κρήτη το Ι.Χ. αποτελεί εργαλείο δουλειάς, μέσο συγκοινωνίας, τρόπο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας και μεταφοράς των πιο αδύναμων μελών της οικογένειας στο σχολείο, στο γιατρό, στις δραστηριότητες. Η στέρηση της ικανότητας οδήγησης, είναι στέρηση του δικαιώματος κυκλοφορίας και κατ΄επέκταση της ανάπτυξης της προσωπικότητας και ελεύθερης έκφρασης του ατόμου.
Το άρθρο 5 του Συντάγματος, προβλέπει ότι, απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
Δεν είναι λοιπόν ανεκτό, όταν μιλάμε για μία κατ’ ουσία στέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος (ελεύθερη κυκλοφορία), να μην έχει προηγηθεί δικαστική κρίση με όλα τα οφειλόμενα εχέγγυα. Συνεπώς, το μέτρο της αφαίρεσης διπλώματος, θα πρέπει να επιβάλλεται από Δικαστήριο, και μάλιστα να μην αφαιρείται το δίπλωμα από τον οδηγό πριν την οριστική κρίση του Δικαστηρίου. Όσο για τους συμπολίτες μας, που τους αφαιρείται το δίπλωμα, θα πρέπει να προσφεύγουν μαζικά για την αντισυνταγματικότητα των σχετικών διατάξεων του νέου ΚΟΚ.
Ακόμη όμως, και αν θεωρηθεί η αφαίρεση διπλώματος σα μία ακόμη διοικητική πράξη, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθίσταται αλυσιτελές. Και αυτό για τον εξής πολύ απλό λόγο. Πώς προστατεύεται ο καθού η αφαίρεση; Θα πρέπει (αφού του έχει ήδη αφαιρεθεί το δίπλωμα) να προσφύγει, στο αρμόδιο Πρωτοδικείο, για να ζητήσει αναστολή εκτέλεσης της βλαπτικής πράξης. Εξάλλου, τα Πρωτοδικεία, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, δίνουν την αναστολή. Διερωτάται (εύλογα) κανείς : ποιος είναι τελικά ο σκοπός όλης αυτής της φάμπρικας; Η ταλαιπωρία των πολιτών στις αίθουσες των δικαστηρίων για να πάρουν πίσω το δίπλωμά τους ή μήπως η επιβάρυνση του ήδη μεγάλου φόρτου της δικαστικής ύλης;
Τι θέλουμε να πούμε, δηλαδή, με αυτό; Ακόμη και αν η αφαίρεση διπλώματος, θεωρηθεί ατομική διοικητική πράξη, θα πρέπει τουλάχιστον να προβλέπεται, υποχρεωτικό στάδιο ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής, της οποίας η άσκηση να παράγει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο σκοπός ύπαρξης συστήματος ενδικοφανών προσφυγών είναι η επίλυση των διοικητικών διαφορών στο επίπεδο της διοίκησης και συνακόλουθα ο περιορισμός των υποθέσεων που εισάγονται στα διοικητικά δικαστήρια. Ώστε η κάθε περίπτωση να κρίνεται στην ουσία και τη νομιμότητά της από Επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο της Τροχαίας, ένα εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Μεταφορών της οικείας Περιφερειακής Ενότητας και έναν εκπρόσωπο του οικείου Δήμου.
Έτσι ο πολίτης θα μπορεί να προσφύγει ενώπιον μίας Επιτροπής με δύο βασικά χαρακτηριστικά: α) την κατ’ ουσίαν επανεξέταση της υποθέσεως, και β) τον υποχρεωτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι θα αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος, το οποίο ενδεχομένως θα ασκηθεί και το οποίο στρέφεται κατά της αποφάσεως που εκδίδεται κατά την σχετική ενδικοφανή διαδικασία.
Σε μια εποχή που αναφερόμαστε όλο και περισσότερο στη διαβούλευση, στη διαφάνεια της διοικητικής δράσης, η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής δίνει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να προβάλλει ενώπιον της διοικήσεως αντιρρήσεις όχι μόνο νομικής φύσεως, αλλά και επιχειρήματα ουσίας και σκοπιμότητας σχετικά με την έκδοση της διοικητικής πράξης αφαίρεσης διπλώματος, φέρνοντάς τον πιο κοντά στη διοικητική δράση και επιβάλλοντας στη διοίκηση την υποχρέωση να ακούσει και να εκτιμήσει πιο προσεκτικά τις απόψεις του.
Ο διάλογος που μπορεί έτσι να εγκατασταθεί μεταξύ διοικουμένου και διοικήσεως, ενισχύει τη νομιμοποίηση της τελευταίας και βελτιώνει την ποιότητα των αποφάσεών της. Έτσι και η διοίκηση όταν εγκύπτει στο περιεχόμενο της προσφυγής θα εξετάζει πράγματι την προβαλλόμενη επιχειρηματολογία και να μεταβάλει τη στάση της, εκεί που απαιτείται.
Ως προς τα διοικητικά δικαστήρια, η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής θα είχε ως αποτέλεσμα την αποφόρτισή τους, με συνέπεια αυτά να επικεντρώνονται στις πράγματι σοβαρές υποθέσεις τις οποίες επιλύουν ταχύτερα. Έχει επίσης, ως συνέπεια την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την έννοια ότι το πραγματικό μέρος της υποθέσεως έχει εξετασθεί σε βάθος, έκταση και πληρότητα ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής και η υπόθεση φτάνει μέχρι το δικαστήριο εκκαθαρισμένη κατά το πραγματικό μέρος της. Τούτο δε, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο όταν πρόκειται για ζητήματα τεχνικά, που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.
Έτσι μόνο μπορεί να είναι νόμιμο και δίκαιο το σύστημα εξασφάλισης της οδικής ασφάλειας για τους πολίτες. Η ασφάλεια δεν μπορεί να συνδέεται με τη στέρηση της ελευθερίας. Για να υπάρχει θα πρέπει, αυτονοήτως, να κυκλοφορούν νόμιμα τα αυτοκίνητα στους δρόμους.









