Πέμπτη, 4 Ιουνίου, 2026
Αρχική ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Η Ανατομία μιας Προαναγγελθείσας Τραγωδίας: Η Ψυχολογική Κλιμάκωση πριν τη Γυναικοκτονία

Η Ανατομία μιας Προαναγγελθείσας Τραγωδίας: Η Ψυχολογική Κλιμάκωση πριν τη Γυναικοκτονία

62
Κοινοποίηση :

Γράφει η Γιάννα Χουρδάκη*

Η κοινή γνώμη παγιδεύεται συχνά στην ψευδαίσθηση της «κακιάς στιγμής». Στο άκουσμα μιας ακόμη γυναικοκτονίας, οι τίτλοι των ειδήσεων μιλούν για εγκλήματα πάθους, για άνδρες που «θόλωσαν» από τη ζήλια και για ξαφνικά ξεσπάσματα τυφλής βίας. Ως Ψυχολόγοι, οφείλουμε να σταθούμε απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη παρανόηση με όλο το βάρος της επιστημονικής μας ευθύνης. Η αλήθεια είναι πολύ πιο σκοτεινή, αλλά και πολύ πιο ξεκάθαρη: η ακραία έμφυλη βία δεν είναι ποτέ ένα τυχαίο, αιφνίδιο γεγονός. Αποτελεί το καταληκτικό στάδιο μιας μακράς, συστηματικής και, σε μεγάλο βαθμό, χαρτογραφημένης ψυχολογικής κλιμάκωσης. Είναι ένα έγκλημα με προαναγγελθείσα πορεία, του οποίου τα σημάδια κρύβονται σε κοινή θέα.

Η διαδρομή προς την τραγωδία ξεκινά πολύ πριν ασκηθεί η πρώτη σωματική επίθεση, μέσα από μια ύπουλη διαδικασία που ονομάζεται εξαναγκαστικός έλεγχος. Ο δράστης δεν επιτίθεται αμέσως· αντίθετα, υφαίνει αργά ένα δίχτυ ψυχολογικής κυριαρχίας γύρω από τη σύντροφό του. Στην αρχή, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να μεταμφιέζεται σε έντονο έρωτα ή προστατευτικότητα. Σύντομα όμως, μετατρέπεται σε μια ασφυκτική καθημερινότητα όπου ο έλεγχος των ενδυματολογικών επιλογών, η διαχείριση των οικονομικών και η επιτήρηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών γίνονται ο κανόνας. Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της τακτικής είναι η σταδιακή και μεθοδική απομόνωση του θύματος. Αποκόπτοντας τη γυναίκα από τους φίλους, την οικογένειά της και κάθε εξωτερικό υποστηρικτικό δίκτυο, ο θύτης εκμηδενίζει τις εναλλακτικές λύσεις διαφυγής της, καθιστώντας την απόλυτα εξαρτημένη από τον ίδιο.

Παράλληλα με την απομόνωση, επιστρατεύεται το όπλο της ψυχολογικής χειραγώγησης, γνωστό στη διεθνή ορολογία ως gaslighting. Πρόκειται για μια συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας, κατά την οποία ο θύτης αμφισβητεί τη μνήμη, την κρίση και τη λογική της συντρόφου του. Μέσα από διαρκείς κατηγορίες και υποτιμήσεις, το θύμα αρχίζει να αμφιβάλλει για την ίδια του την αντίληψη και σταδιακά εσωτερικεύει την ενοχή. Πείθεται ότι εκείνο φταίει για τις εντάσεις, ότι εκείνο «προκαλεί» τον θυμό του συντρόφου του και ότι, αν προσπαθούσε περισσότερο, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αυτή η διάβρωση της αυτοεκτίμησης παραλύει την ικανότητα αντίδρασης και εγκλωβίζει τη γυναίκα σε έναν φαύλο κύκλο συναισθηματικής εξουθένωσης.

Καθώς ο χρόνος περνά, οι καθημερινοί περιορισμοί και οι επιβεβλημένες απαγορεύσεις αρχίζουν  να γίνονται πιο ορατές. Οι λεκτικές προσβολές δίνουν τη θέση τους σε χειρονομίες εκφοβισμού, στο σπάσιμο αντικειμένων ή σε «τυχαία» σπρωξίματα. Η εγκληματολογική έρευνα μας προειδοποιεί ότι η βία κλιμακώνεται σαν σπιράλ και ότι ορισμένες συμπεριφορές κουβαλούν έναν θανάσιμο προγνωστικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, το να πιάσει το θύμα από το λαιμό —ακόμα και αν παρουσιάστηκε ως μια στιγμή έντασης— πολλαπλασιάζει γεωμετρικά την πιθανότητα μιας μελλοντικής θανατηφόρας κατάληξης.

Το πιο κρίσιμο σημείο καμπής σε αυτή την πορεία, το σημείο όπου ο κίνδυνος αγγίζει το κόκκινο, είναι η στιγμή που ο δράστης συνειδητοποιεί ότι χάνει οριστικά τον έλεγχο. Η απόφαση μιας γυναίκας να διεκδικήσει την ελευθερία της, η ανακοίνωση ενός χωρισμού, η κατάθεση αίτησης διαζυγίου ή η υποψία μιας νέας σχέσης, λειτουργεί ως το απόλυτο έναυσμα για την τελική επίθεση. Στο μυαλό ενός ναρκισσιστικού και κτητικού θύτη, η σύντροφος δεν αναγνωρίζεται ως αυτόνομη προσωπικότητα, αλλά ως κτήμα του. Η φράση «αν δεν είσαι δική μου, δεν θα είσαι κανενός» δεν αποτελεί σχήμα λόγου, αλλά μια βαθιά, παθολογική πεποίθηση. Η απώλεια του ελέγχου βιώνεται ως ένας ανυπόφορος ακρωτηριασμός του εγώ του, ο οποίος πρέπει να απαντηθεί με την απόλυτη εκμηδένιση του άλλου.

Τις ημέρες ή τις εβδομάδες που προηγούνται της κορύφωσης, η συμπεριφορά του δράστη συχνά εκπέμπει σήματα κινδύνου που δεν πρέπει να αγνοηθούν. Η εμμονική παρακολούθηση, η συνεχής φυσική παρουσία του έξω από το σπίτι ή την εργασία της γυναίκας και οι ρητές απειλές για τη ζωή της ή τη ζωή των παιδιών της, δείχνουν ότι η εμμονή έχει φτάσει σε οριακό επίπεδο. Συχνά, ο θύτης εκδηλώνει σημάδια βαθιάς απόγνωσης ή αυτοκτονικού ιδεασμού, δηλώνοντας ότι «δεν έχει τίποτα να χάσει», μια κατάσταση που εύκολα οδηγεί σε ανθρωποκτονία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, παρατηρείται μια ξαφνική, απόκοσμη ηρεμία στη συμπεριφορά του, η οποία, αντί για εφησυχασμό, θα έπρεπε να προκαλεί συναγερμό: υποδηλώνει ότι ο δράστης έχει πάρει την οριστική του απόφαση και έχει ξεπεράσει τις εσωτερικές του αναστολές.

Η γυναικοκτονία δεν είναι μυστήριο της ανθρώπινης φύσης, ούτε το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας παράκρουσης. Είναι το μαθηματικό αποτέλεσμα μιας ανοχής απέναντι σε συμπεριφορές που η κοινωνία συχνά υποτιμά, βαφτίζοντάς τις «υπερβολική αγάπη» ή «ιδιωτική υπόθεση». Ως επιστημονική κοινότητα, αλλά και ως πολίτες, έχουμε χρέος να μάθουμε να διαβάζουμε αυτά τα ψυχολογικά σημάδια. Η έγκαιρη αναγνώριση της κλιμάκωσης και η άμεση, συντονισμένη παρέμβαση είναι το μοναδικό ανάχωμα που μπορεί να σπάσει τον κύκλο του τρόμου πριν η επόμενη γυναίκα γίνει απλώς ένας αριθμός σε μια μακάβρια στατιστική.

 

*Γιάννα Χουρδάκη

Ψυχολόγος- Παιδοψυχολόγος και Συγγραφέας

Πλατεία Ελευθερίας 45, 6947940293

 

Κοινοποίηση :