Τετάρτη, 13 Μαΐου, 2026
Αρχική ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ Τι μας λένε πάνω από σαράντα χρόνια ελληνικών ερευνών για τις αυτοκτονίες...

Τι μας λένε πάνω από σαράντα χρόνια ελληνικών ερευνών για τις αυτοκτονίες των εφήβων

4
Κοινοποίηση :

Οι δύο κοπέλες ήταν μέρος μιας καμπύλης που η ελληνική επιστήμη έχει καταγράψει από τη δεκαετία του 1980 και που εμείς αρνούμαστε να «διαβάσουμε».

Το πρωί της Τρίτης δύο δεκαεπτάχρονες συμμαθήτριες κλείδωσαν την πόρτα της ταράτσας τους στην Ηλιούπολη. Άφησαν ένα σημείωμα όπου η μία ζητούσε συγγνώμη από τους γονείς της και ανέφερε τις Πανελλήνιες. Η μία πέθανε. Η άλλη νοσηλεύεται διασωληνωμένη, διεκδικώντας να ξανακερδίσει έναν εαυτό που μέχρι το ίδιο πρωί είχε αποδεχθεί ότι τον είχε εγκαταλείψει. 

Η Αστυνομία αποδίδει την τραγωδία της Ηλιούπολης σε αυτοκτονία και η προανάκριση συνεχίζεται. Όλα τα υπόλοιπα -οι μαρτυρίες των γειτόνων, ο δυνατός κρότος, το ΕΚΑΒ- είναι δευτερεύοντα. Το πρώτο που χρειάζεται να ειπωθεί είναι ότι δύο παιδιά που δεν είχαν κλείσει καν τα 18 τους χρόνια θεώρησαν πως δεν χωρούσαν πια στη ίδια τους τη ζωή.

Το δεύτερο που χρειάζεται να ειπωθεί είναι ότι αυτό το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Και δεν είναι ούτε προϊόν αποκλειστικά της εποχής μας – των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των αλγορίθμων, της εκπαιδευτικής πίεσης ή ενός γενικευμένου άγχους που αποδίδουμε άκριτα στους νέους. Είναι κάτι παλαιότερο, βαθύτερο, με ρίζες τις οποίες η επιστήμη έχει χαρτογραφήσει εδώ και τέσσερις δεκαετίες – αν και ελάχιστα τις συζητάμε δημοσίως.
Η πρώτη εθνική μελέτη για τις αυτοκτονίες εφήβων

Η πρώτη συστηματική εθνική μελέτη για τις αυτοκτονίες εφήβων στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε από τον ψυχίατρο Σταύρο Μπεράτη στο British Journal of Psychiatry το 1991, καλύπτοντας την περίοδο 1980-1987. Ο μέσος δείκτης για παιδιά και εφήβους 10 έως 19 ετών ήταν 0,98 θάνατοι ανά 100.000 ετησίως – από τους χαμηλότερους στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Αυτό όμως που τότε εξέπληξε τους ερευνητές, και που σήμερα παραμένει εξίσου αμήχανο, ήταν η γεωγραφία: ο δείκτης στις αγροτικές περιοχές ήταν 1,48, ενώ στην Αθήνα μόλις 0,48 – δηλαδή τριπλάσιος στην επαρχία. Στις αγροτικές περιοχές, μάλιστα, τα κορίτσια αυτοκτονούσαν συχνότερα από τα αγόρια. Στις πόλεις συνέβαινε το αντίστροφο. Τα κορίτσια έφταναν στη μέγιστη ευαλωτότητα στα δεκαέξι τους – ακριβώς δηλαδή στην ηλικία των κοριτσιών της Ηλιούπολης.

Η μεγαλύτερη πανελλήνια μελέτη που ακολούθησε, των Ζαχαράκη, Μαδιανού, Παπαδημητρίου και Στεφανή το 1998, κάλυψε την περίοδο 1980-1995 και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα χαμηλών δεικτών – 5,86 ανά 100.000 για τους άνδρες, 1,89 για τις γυναίκες, ηλικιακά σταθμισμένα – με μια σημαντική όμως λεπτομέρεια για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα: Στα κορίτσια 15 έως 24 ετών οι ολοκληρωμένες αυτοκτονίες παρουσίαζαν σημαντικά πτωτικές τάσεις κατά τη δεκαπενταετία. Φαινομενικά, μια καλή είδηση. Στην πραγματικότητα, ελαφρώς παραπλανητική.

Διότι όταν, μερικά χρόνια αργότερα, η Άννα Κοκκέβη και η ερευνητική της ομάδα συγκέντρωσαν τα δεδομένα από πέντε διαδοχικές πανελλήνιες σχολικές έρευνες -με δείγμα κάθε φορά οκτώ έως δέκα χιλιάδες έφηβους μαθητές 14 έως 18 ετών, καλύπτοντας την περίοδο 1984 έως 2007- η εικόνα ανατράπηκε ριζικά.

«Οι αυτοαναφερόμενες απόπειρες αυτοκτονίας διπλασιάστηκαν σε επικράτηση, από 7,0% το 1984 σε 13,4% το 2007», γράφουν οι ερευνητές στο Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology (2011). Δηλαδή, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ένα στα 14 παιδιά της ηλικίας των κοριτσιών της Ηλιούπολης είχε ήδη επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή του. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, ένα στα επτά!

Η εικόνα γίνεται πιο σκληρή όταν κανείς ξεχωρίζει τα φύλα. «Μεγαλύτερη αύξηση στα αγόρια, από 2,4% σε 8,4%, σε σύγκριση με τα κορίτσια (από 11,5% σε 17,9%), συνέβαλε σε μείωση των διαφορών μεταξύ των δύο φύλων», σημειώνει η μελέτη. Αυτό το 17,9% είναι ίσως ο πιο εύγλωττος αριθμός όλης της ελληνικής βιβλιογραφίας: Σχεδόν μία στις πέντε Ελληνίδες μαθήτριες Λυκείου το 2007 είχε αναφέρει ότι είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει. Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία της «ΚΛΙΜΑΚΑΣ», ο δείκτης θνησιμότητας από αυτοκτονία για τις ηλικίες 15-19 στην Ελλάδα είναι 2,2 ανά 100.000, με περίπου οκτώ ολοκληρωμένες αυτοκτονίες εφήβων ετησίως. Από το 2021 και μετά οι απόπειρες και ο αυτοκτονικός ιδεασμός σε νέους έχουν αυξηθεί κατά πάνω από 30%.
Τι θεωρείται υπεύθυνο για τις αυτοκτονίες

Η ίδια η ερευνητική ομάδα δεν διστάζει να ονομάσει τι θεωρεί υπεύθυνο. «Αλλαγές στην ελληνική κοινωνία κατά τα τελευταία 30 χρόνια, μεταξύ άλλων η χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, η αυξημένη χρήση ουσιών και η πίεση από τις απαιτήσεις του σχολικού φόρτου, εικάζεται ότι έχουν επηρεάσει την αυξητική τάση στις απόπειρες αυτοκτονίας των εφήβων», συμπεραίνουν η Κοκκέβη και οι συνεργάτες της. Η διατύπωση είναι του 2010.

Από τότε προστέθηκαν, σαφώς, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και μια κοινωνική απομόνωση που η πανδημία την έκανε δομική. Όμως, η ραχοκοκαλιά του ελληνικού προβλήματος -οικογένειες που έχουν χάσει την παλιά τους συνεκτικότητα χωρίς να έχουν αποκτήσει την υποστηρικτικότητα των βορειοευρωπαϊκών, ένα σχολείο που μετρά παιδιά σαν μετοχές, και μια ευρύτερη κουλτούρα που μεταχειρίζεται την ψυχική οδύνη ως αδυναμία χαρακτήρα- προϋπήρχε και θα συνεχίζει να υπάρχει αν δεν την ονομάσουμε.

Η διαφορά ανάμεσα στις επίσημες στατιστικές θνησιμότητας και σε αυτές της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς είναι κρίσιμη και πρέπει να γίνει κατανοητή: Λίγοι έφηβοι ολοκληρώνουν την αυτοκτονία, αλλά πολύ περισσότεροι την επιχειρούν ή τη διανοούνται. Το Κέντρο για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας εκτιμά ότι σήμερα στην Ελλάδα το 12% έως 16% των εφήβων 14-19 ετών αυτοτραυματίζονται.

Ένας στους πέντε Έλληνες εφήβους εμφανίζει σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα, ενώ το 4% με 5% του μαθητικού πληθυσμού πληρούν τα κλινικά κριτήρια μείζονος κατάθλιψης. «Οι απόπειρες αυτοκτονίας αποτελούν ισχυρό δείκτη κινδύνου για την αυτοκτονία», υπογραμμίζει σε επόμενη μελέτη της η ίδια ομάδα, στο European Journal of Public Health (2011). Το ορατό κομμάτι του παγόβουνου είναι μικρό· αυτό που ζει ολόκληρες γενιές παιδιών από κάτω είναι τεράστιο.

Υπάρχει, επίσης, μια ακόμη παράμετρος που συνήθως αποσιωπάται: Στα αγόρια οι ολοκληρωμένες αυτοκτονίες είναι έως και πέντε φορές συχνότερες, ενώ στα κορίτσια οι απόπειρες είναι δύο έως τέσσερις φορές περισσότερες. Είναι μία από τις πιο σταθερές διαπιστώσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας – και ένας από τους λόγους για τους οποίους η περίπτωση της Ηλιούπολης, με δύο κορίτσια που επέλεξαν μαζί μια εξαιρετικά «βίαιη» μέθοδο, σπάει ένα στατιστικό πρότυπο και χτυπά γι’ αυτό ακόμη πιο σκληρά.

Η πτώση από ύψος, σημειωτέον, χαρακτηρίζεται από την «ΚΛΙΜΑΚΑ» ως υποκαταγεγραμμένη μέθοδος, καθώς αρκετές περιπτώσεις ενδέχεται να έχουν αποδοθεί σε άλλες αιτίες. Η συνολική υποκαταγραφή των αυτοκτονιών στην Ελλάδα υπολογίζεται στο 15%-20%, ποσοστό που σημαίνει ότι από τις 469 καταγεγραμμένες αυτοκτονίες του 2024 οι πραγματικές ήταν πιθανότατα πάνω από 550.

Όταν λοιπόν διαβάζουμε ότι η Ελλάδα έχει διαχρονικά από τους χαμηλότερους δείκτες αυτοκτονιών στην Ευρώπη -και είναι αλήθεια, σύμφωνα και με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat-, δεν πρέπει αυτή η αλήθεια να μας ησυχάσει. Διότι η ίδια χώρα, την ίδια εποχή, εμφανίζει μια από τις υψηλότερες αυξήσεις σε αυτοκαταστροφικές σκέψεις και απόπειρες ανηλίκων. Και διότι, ευρωπαϊκά, ένας στους έξι θανάτους ατόμων 15 έως 29 ετών το 2022 οφειλόταν σε εκούσιο αυτοτραυματισμό, με την αυτοκτονία να αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα μετά τα ατυχήματα – και την τρίτη παγκοσμίως κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η ελληνική «εξαίρεση» δεν είναι, τελικά, τόσο εξαίρεση όσο μας βολεύει να πιστεύουμε.

Κάπως έτσι, η αναφορά της δεκαεπτάχρονης στις Πανελλήνιες δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι σύμπτωμα μιας ολόκληρης διάταξης. Όχι γιατί προκαλούν αυτοκτονίες οι Πανελλήνιες -σαφώς και δεν τις προκαλούν-, αλλά γιατί λειτουργούν όντως ως καταλύτης για παιδιά που ήδη υποφέρουν σιωπηλά, σε μια κοινωνία που εδώ και δεκαετίες, όπως δείχνουν τα στοιχεία, αρνείται να αναγνωρίσει ότι το άγχος της επιτυχίας του παιδιού της είναι κατά κανόνα δικό της άγχος, και ότι το παιδί το ξέρει. Είναι σύμπτωμα μιας ολόκληρης «διάταξης» που έχει εξαντλήσει τους εφήβους, μετατρέποντας τέσσερα χρόνια Λυκείου σε μια διαρκή προετοιμασία για μία και μόνο εξεταστική περίοδο, η οποία στο μυαλό τους -όχι από μόνη της, αλλά επειδή κανείς δεν τους έχει πει το αντίθετο- μοιάζει να αποφασίζει αμετάκλητα τι αξίζουν.

Δεν ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη στην Ηλιούπολη. Ενδεχομένως, δε, να μη μάθουμε ποτέ ολόκληρη την αλήθεια. Ξέρουμε, όμως, ότι αυτές οι δύο κοπέλες δεν ήταν στατιστική εξαίρεση. Ήταν μέρος μιας καμπύλης που η ελληνική επιστήμη έχει καταγράψει με ευλάβεια από τη δεκαετία του 1980 και που εμείς, ως κοινωνία, εξακολουθούμε να αρνούμαστε να «διαβάσουμε».

 

πηγή:iefimerida.gr

Κοινοποίηση :