
του Γιώργου Σισαμάκη*
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η αυτοδιοίκηση είναι αυτό της οδικής ασφάλειας. Δεν πρόκειται για μια απλή τεχνική ή διαχειριστική υπόθεση. Είναι ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που ακουμπά την ίδια την ποιότητα ζωής, την καθημερινότητα, την αξιοπρέπεια των πολιτών και, τελικά, το ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ζωής.
Κάθε κατεστραμμένο οδόστρωμα, κάθε επικίνδυνη διασταύρωση, κάθε ανύπαρκτο πεζοδρόμιο δεν αποτελούν απλώς εικόνες εγκατάλειψης, αποτελούν υπενθυμίσεις μιας Πολιτείας που επί χρόνια αντιμετώπισε τις τοπικές κοινωνίες ως διοικητική υποσημείωση και όχι ως προτεραιότητα. Και όταν η αδράνεια αυτή μεταφράζεται σε τροχαία δυστυχήματα, σε χαμένες ζωές, σε οικογένειες που διαλύονται μέσα σε μια στιγμή, τότε η συζήτηση παύει να είναι λογιστική ή γραφειοκρατική. Γίνεται βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα βαθιά πολιτική.
Ο Δήμος Ηρακλείου τα τελευταία δύο χρόνια επιχείρησε να δώσει ιδιαίτερο βάρος σε αυτόν τον άξονα πολιτικής, με παρεμβάσεις που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ήδη ορατές στην καθημερινότητα των πολιτών, αλλά και με έναν ευρύτερο σχεδιασμό που βρίσκεται σε εξέλιξη. Δημιουργήθηκαν 10 χιλιόμετρα νέων πεζοδρομίων, κατασκευάστηκαν περίπου 30 υπερυψωμένες διαβάσεις, ενώ δρομολογείται η εγκατάσταση ακόμη 35 έξυπνων διαβάσεων σε σχολικές μονάδες της πόλης. Παράλληλα, ολοκληρώνονται σημαντικές μελέτες για κυκλικούς κόμβους σε περιοχές όπως η 62 Μαρτύρων, η Αχαιών και η Χριστομιχάλη Ξυλούρη, με στόχο να ξεκινήσουν σχετικά άμεσα οι σχετικές διαγωνιστικές διαδικασίες.
Την ίδια στιγμή, ασφαλτοστρώθηκαν περισσότερα από 70 χιλιόμετρα οδικού δικτύου, σε μια πόλη που διαθέτει συνολικά πάνω από 800 χιλιόμετρα δρόμων, ενώ ολοκληρώθηκε και η μελέτη για την αντικατάσταση των φωτεινών σηματοδοτών. Μέσα από δεκάδες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις καταβάλλεται μια συνεχής προσπάθεια να περιοριστεί το κυκλοφοριακό πρόβλημα και να βελτιωθεί ουσιαστικά η καθημερινότητα των πολιτών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή και συχνά αντιφατική. Γιατί όσο οι Δήμοι προσπαθούν να κρατήσουν όρθιες τις πόλεις τους, τόσο εντείνεται η πίεση από τις αυξανόμενες ανάγκες, την τουριστική πίεση, την έλλειψη υποδομών και κυρίως την υποχρηματοδότηση. Το Ηράκλειο, όπως και πολλές μεγάλες πόλεις της χώρας, μεγαλώνει με γρήγορους ρυθμούς, αλλά το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί με όρους προηγούμενων δεκαετιών.
Ιδιαίτερα κρίσιμο παραμένει το πρόβλημα της αποκατάστασης μετά από παρεμβάσεις σε δίκτυα και υποδομές. Η εικόνα δρόμων που ανοίγουν και παραμένουν για μήνες κατεστραμμένοι δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας και απαξίωσης του δημόσιου χώρου. Οι πόλεις συχνά μοιάζουν με “βομβαρδισμένα τοπία”, όχι επειδή λείπουν οι παρεμβάσεις, αλλά επειδή απουσιάζει ένας ενιαίος και υποχρεωτικός μηχανισμός άμεσης αποκατάστασης. Ο Δήμος Ηρακλείου παρενέβη θεσμικά με τη ψήφιση και εφαρμογή σχετικής Κανονιστικής, η οποία μάλιστα έγινε αποδεκτή από την ΚΕΔΕ, όμως σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με δικαστικές εμπλοκές. Κι αυτό αποδεικνύει πόσο δύσκολο είναι πλέον για την αυτοδιοίκηση να επιβάλει κανόνες ακόμη και για αυτονόητα ζητήματα προστασίας του δημόσιου χώρου.
Οι πολίτες δικαιολογημένα διαμαρτύρονται. Οι Δήμοι έχουν ευθύνη και οφείλουν να λογοδοτούν. Όμως η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί καθαρά: καμία πόλη δεν μπορεί να συντηρηθεί επαρκώς όταν το κράτος μεταφέρει συνεχώς αρμοδιότητες χωρίς να μεταφέρει τους αντίστοιχους πόρους. Η αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα λειτουργεί εδώ και χρόνια στα όρια της οικονομικής και διοικητικής εξάντλησης.
Οι πόλεις σήμερα δεν καταρρέουν από αδιαφορία των τοπικών κοινωνιών. Καταρρέουν από το βάρος ενός βαθιά συγκεντρωτικού και αθηνοκεντρικού κράτους, το οποίο αντιμετωπίζει τους Δήμους ως εκτελεστικούς μηχανισμούς χωρίς πραγματική αυτονομία και χωρίς επαρκή χρηματοδοτικά εργαλεία.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την οδική ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτείται μια νέα εθνική πολιτική για τις αστικές υποδομές, με σταθερή χρηματοδότηση και ουσιαστική ενίσχυση της αυτοδιοίκησης. Είναι αναγκαία η δημιουργία ενός ειδικού χρηματοδοτικού εργαλείου αποκλειστικά για έργα αποκατάστασης, συντήρησης και ασφάλειας του οδικού δικτύου, στα πρότυπα των «Φιλόδημος» και «Αντώνης Τρίτσης».
Τα υπερπλεονάσματα δεν μπορούν να αποτελούν απλώς δημοσιονομικούς δείκτες προς επίδειξη. Οφείλουν να επιστρέφουν στην κοινωνία μέσα από έργα που βελτιώνουν χειροπιαστά τη ζωή των πολιτών. Και η αυτοδιοίκηση μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το βασικό όχημα αυτής της προσπάθειας, γιατί είναι ο θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη και γνωρίζει άμεσα τις ανάγκες της κοινωνίας.
Οι Δήμοι δεν επαιτούν. Απαιτούν το αυτονόητο: πόρους, εργαλεία και θεσμική στήριξη για να μπορούν να προστατεύσουν τις πόλεις και τους ανθρώπους τους. Η κυβέρνηση οφείλει πλέον να αναλάβει τις ευθύνες της όχι μόνο για την κατάσταση του οδικού δικτύου, αλλά συνολικά για την υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών στις μεγάλες πόλεις της χώρας.
Γιατί η ασφάλεια στον δρόμο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δικαίωμα, δικαίωμα για όλους. Και η ποιότητα των δημόσιων υποδομών είναι τελικά ο καθρέφτης της ποιότητας της ίδιας της Δημοκρατίας μας.
*Επικεφαλής της δημοτικής κίνησης «Ηράκλειο για όλους»
Δημοτικός Σύμβουλος Ηρακλείου
Πρώην Αντιδήμαρχος Τεχνικών Υποδομών








