Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026
Αρχική ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Γιατί η υπαρξιακή μοναξιά είναι βιολογικά χειρότερη από το κάπνισμα

Γιατί η υπαρξιακή μοναξιά είναι βιολογικά χειρότερη από το κάπνισμα

8
Κοινοποίηση :

Γράφει η Γιάννα Χουρδάκη*

Στον δημόσιο λόγο η μοναξιά συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα δυσάρεστο αλλά κυρίως συναισθηματικό βίωμα. Κάτι που αφορά την ψυχή, την ψυχολογία ή –στην καλύτερη περίπτωση– την ποιότητα ζωής. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η επιστημονική έρευνα δείχνει όλο και πιο καθαρά ότι η μοναξιά, και ειδικότερα η υπαρξιακή μοναξιά, δεν είναι απλώς ένα εσωτερικό αίσθημα. Είναι ένας ισχυρός βιολογικός παράγοντας κινδύνου, με επιπτώσεις συγκρίσιμες –και σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρότερες– από εκείνες του καπνίσματος.

Για να γίνει κατανοητό αυτό, χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «υπαρξιακή μοναξιά». Δεν πρόκειται για τη φυσική απομόνωση ή για το να περνά κάποιος χρόνο μόνος του. Η υπαρξιακή μοναξιά μπορεί να βιώνεται ακόμη και όταν ο άνθρωπος περιβάλλεται από άλλους. Είναι η εμπειρία ότι δεν υπάρχει ουσιαστική συναισθηματική σύνδεση, ότι κανείς δεν τον συναντά πραγματικά εκεί που βρίσκεται εσωτερικά. Είναι το αίσθημα πως, παρά τις σχέσεις, τους ρόλους και τις κοινωνικές επαφές, ο εσωτερικός κόσμος παραμένει αθέατος και αμοίραστος.

Αυτή η μορφή μοναξιάς εμφανίζεται συχνά μέσα σε γάμους, οικογένειες, επαγγελματική επιτυχία ή κοινωνική δραστηριότητα. Δεν έχει να κάνει με την έλλειψη ανθρώπων, αλλά με την έλλειψη βιωμένης εγγύτητας. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί. Πολλοί άνθρωποι που τη βιώνουν δεν τη χαρακτηρίζουν ως μοναξιά, αλλά ως «ανεξαρτησία», «αυτονομία» ή «αντοχή».

Η επιστήμη όμως δείχνει ότι ο ανθρώπινος οργανισμός δεν λειτουργεί με βάση κοινωνικές ετικέτες, αλλά με βάση βιολογικά σήματα. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι εξελικτικά σχεδιασμένος να επιβιώνει μέσα σε σχέσεις. Η αίσθηση του ανήκειν και της συναισθηματικής ασφάλειας δεν είναι ψυχολογική πολυτέλεια, αλλά βασική προϋπόθεση ρύθμισης του νευρικού συστήματος. Όταν αυτή η ανάγκη παραμένει χρόνια ανικανοποίητη, ο εγκέφαλος ερμηνεύει την κατάσταση ως απειλή.

Σε αυτό το σημείο αρχίζει η βιολογική επιβάρυνση. Η υπαρξιακή μοναξιά ενεργοποιεί διαρκώς το σύστημα στρες του οργανισμού, γνωστό και ως άξονας HPA. Ο οργανισμός μπαίνει σε κατάσταση μόνιμης εγρήγορσης, με αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης. Σε αντίθεση με το οξύ στρες, που είναι προσωρινό και μπορεί να αποβεί ακόμη και προστατευτικό, το χρόνιο στρες διαβρώνει σταδιακά όλα τα συστήματα του σώματος.

Η συνεχής ενεργοποίηση του μηχανισμού απειλής οδηγεί σε χαμηλού βαθμού χρόνια φλεγμονή, απορρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και επιτάχυνση της κυτταρικής γήρανσης. Ο οργανισμός δεν ξεκουράζεται ποτέ πραγματικά. Δεν επιστρέφει σε κατάσταση ασφάλειας. Με τον καιρό, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, ταχύτερη γνωστική έκπτωση και γενικότερη επιβάρυνση της σωματικής υγείας.

Εδώ γίνεται σαφές γιατί η υπαρξιακή μοναξιά συγκρίνεται με το κάπνισμα. Το κάπνισμα είναι ένας γνωστός, ορατός και μετρήσιμος παράγοντας κινδύνου. Επιβαρύνει συγκεκριμένα όργανα και αυξάνει τον κίνδυνο συγκεκριμένων ασθενειών. Η υπαρξιακή μοναξιά, αντίθετα, δεν στοχεύει ένα όργανο. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται ολόκληρος ο οργανισμός. Είναι λιγότερο εμφανής, αλλά πιο διάχυτη.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η χρόνια κοινωνική απομόνωση και η απουσία ουσιαστικών σχέσεων αυξάνουν τη θνησιμότητα σε βαθμό συγκρίσιμο με το κάπνισμα πολλών τσιγάρων ημερησίως. Σε ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες, η επίδραση αυτή φαίνεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η διαφορά είναι ότι το κάπνισμα αναγνωρίζεται ως επιβλαβής συμπεριφορά, ενώ η υπαρξιακή μοναξιά συχνά παραμένει αόρατη και κοινωνικά αποδεκτή.

Ιδιαίτερα επιβαρυντική είναι η υπαρξιακή μοναξιά που βιώνεται μέσα σε κοινωνικά πλαίσια. Όταν ο άνθρωπος είναι μόνος και το γνωρίζει, ο εγκέφαλος λαμβάνει το μήνυμα της απουσίας. Όταν όμως βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους και δεν νιώθει σύνδεση, το μήνυμα που λαμβάνει είναι διαφορετικό: απόρριψη και μη-ανήκειν. Από βιολογική άποψη, αυτό το σήμα είναι εξαιρετικά στρεσογόνο, καθώς απειλεί άμεσα την αίσθηση ταυτότητας και ασφάλειας.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η προστασία του οργανισμού δεν προκύπτει από τον αριθμό των σχέσεων, αλλά από την ποιότητά τους. Δεν είναι η κοινωνική εικόνα, η επιτυχία ή η δραστηριότητα που ρυθμίζουν το νευρικό σύστημα, αλλά η εμπειρία ότι κάποιος μας βλέπει, μας καταλαβαίνει και μας αποδέχεται. Ακόμη και λίγες σχέσεις με βάθος μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά, μειώνοντας το στρες και αποκαθιστώντας τη βιολογική ισορροπία.

Η υπαρξιακή μοναξιά δεν σκοτώνει απότομα. Φθείρει αργά και σιωπηλά. Δεν αφήνει άμεσα ορατά σημάδια, αλλά αποτυπώνεται στον τρόπο που το σώμα γερνά, αρρωσταίνει και εξαντλείται. Γι’ αυτό και σήμερα μπορούμε να πούμε με επιστημονική σοβαρότητα ότι πρόκειται για έναν από τους πιο υποτιμημένους παράγοντες κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης εποχής δεν είναι απλώς να είμαστε λιγότερο μόνοι, αλλά να είμαστε περισσότερο συνδεδεμένοι – όχι επιφανειακά, αλλά ουσιαστικά. Γιατί το σώμα, πολύ πριν αρρωστήσει, ξέρει πότε δεν ανήκει.

Για πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου: «Το Σώμα ως Καθρέφτης της Ψυχής».

*Ψυχολόγος- Παιδοψυχολόγος

Πλατεία Ελευθερίας 45, 6947940293

Κοινοποίηση :