ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΟΜΙΛΙΑ  ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΗΤΗΣ κ.κ. ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ «ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΗ ΛΗΘΗ: ΤΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΔΙΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ», ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

12
Κοινοποίηση :

( Ἡράκλειο, Βασιλική τοῦ Ἁγίου Μάρκου, 24 Ἀπριλίου 2023)

Ἐντιμώτατοι Ἄρχοντες καί Ἀγαπητοί μου φίλοι,

Ἀφοῦ εὐχαριστήσω εὐθύς ἐξαρχῆς ὅλους ὅσοι μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα συνεργάσθηκαν γιά νά γίνει πραγματικότητα καί τοῦτο τό ὄνειρο κάποιων εὐαίσθητων καρδιακῶν χώρων, ἐπιτρέψτε μου νά πῶ, πώς δέν γωρίζω ἀκόμη καί αὐτήν τήν ὥρα, τό γιατί μοῦ δόθηκε ὁ λόγος στήν ἔναρξη αὐτῆς τῆς Ἐκθέσεως καί μάλιστα σέ ἐπίπεδο κεντρικοῦ ὁμιλητῆ. Φοβοῦμαι τήν ἀπογοήτευσή Σας μετά τήν ἀκρόαση τῶν λεγομένων μου καί σπεύδω νά δικαιολογηθῶ, ἀφοῦ οὔτε εἰδικός στά θέματα εἶμαι, οὔτε ἱστορικός ἤ ἔστω ἱστοριοδίφης καυχῶμαι ὅτι ἔγινα ποτέ.

Ἴσως ἡ εὐγένεια τῆς Ἀντιδημάρχου κυρίας Συγγελάκη, ἴσως ἡ μικρασιατική μου καταγωγή ἤ ἴσως ἡ ὀφειλόμενη ταπεινή συνεισφορά μου στό ἐγχείρημα ἔγιναν ἀφορμή γιά νά βρίσκομαι αὐτήν τήν ὥρα κοντά Σας, νά Σᾶς κοιτάζω στά μάτια καί νά Σᾶς ζητῶ νά μήν ἀκοῦτε ἐμένα, ἀλλά τήν φωνή τῆς Ἱστορίας, τή  φωνή τῶν συνειδήσεων, τή μυριόστομη καραυγή «Ἐάλω ἡ Μικρασία» πού ἔγινε εὐχή στό τσούγκρισμα τῶν ποτηριῶν «καλή πατρίδα», ἔκφραση πίστης καί προσμονῆς πού δέν ἔγινε ποτέ πραγματικότητα, ἔγινε ὅμως αἰτία μετάγγισης ἦθους καί πολιτισμοῦ, πού ἀναγέννησε σωστικά τή νέα γῆ, πού ἔγινε νέα πατρίδα λαμβάνοντας συχνά μέ τήν προσθήκη νέα, τό ὄνομα τῆς παλιᾶς.

Σέ μία ἀνάλογη περίσταση πρό ὀλίγων ἡμερῶν, καθῶς στόν ἴδιο χῶρο ἐγκαινιάζαμε τήν Ἔκθεση τοῦ ψηφιακοῦ ἔργου τοῦ Ἁγιογράφου καί Ζωγράφου Γ. Κόρδη, θέλησα νά διαβάσω ἀπό ἕνα ἔργο τῆς Ἀναστασίας Φρυγανάκη, μέ τίτλο: «Τό Συναξάρι τῆς Ἰωνίας» κάποια ἀποσπάσματα. Κάποιοι συγκινήθηκαν, κάποιοι δάκρυσαν, κάποιοι θυμήθηκαν, κάποιοι τό ζήτησαν μετά. Σκέφτηκα πώς, ἀφοῦ εἶχε αὐτήν τήν ἀπήχηση, ἴσως  ἀπόψε πρέπει νά τό ἀνοίξω καί νά διαβάσω κάποιους ἄλλους στίχους πού προσεγγίζουν αὐτήν τήν Ἔκθεση ἤ καλύτερα τήν παρουσία τῶν κειμηλίων ἐνώπιόν μας:

 

«Καί ξεκινᾶ ἡ νεκρική πομπή δίχως νεκρώσιμη

ἀκολουθία

δίχως παπά καί ἑξαπτέρυγα

ἀτελείωτη καί παγερή.

Γυμνά κορμιά, λίγα κουρέλια

μιά ἁρμαθιά ἀπό κόκκαλα.

Καί ὁδοιποροῦν τά ράκη τά ἀνθρώπινα

μάζες τυραγνισμένες,

φαντάσματα,

σκιές σκελεθρωμένες.

Τά βήματα ἀργόσυρτα ἠχοῦν

στό τραγικό τό καραβάνι.

Καί οἱ γυμνές οἱ φτέρνες στή μαυρισμένη προκυμαία σταματοῦν.

Πίσω φωτιά κί ὀμπρός τ’ ἀνταριασμένα κύματα

φίδια θεριακωμένα οἱ σύμμαχοι.

Ξερνάει αἷμα ἡ θάλασσα

πάνω στά κύματα

σπαρμένα πτώματα καί θυμητάρια

κασέλες…καραβάνες…χρυσοί σταυροί

καί κοῦπες ἀσημένιες.

 

Καί ἕνα ἀκόμη:

 

Οἱ κόρες τῆς στάχτης

ξεστρατισμένες κατηφόρισαν, μαυρομαντηλωμένες

δίχως ὄνομα

ἡ κόρη τῆς Σμύρνης

ἡ κόρη τῆς Πέργαμος

ἡ κόρη τοῦ Ἀϊβαλί.

Ἡ μία κρατοῦσε τεφροδόχο

ἡ ἄλλη βάγια

ἡ τρίτη στέφανα

ἡ τέταρτη λίγο νερό καί πυρωμένο χῶμα

ἡ πέμπτη κόκκαλα νεκρῶν.

-Ποιές εἶστε, ποῦθε ἔρχεσθε;

-Ἐρχόμαστε ἀπό δρόμο μακρινό

ἀπ’ τή βαριόμοιρη τήν Ἀνατολία

Κάτι ἀκόμα σάλεψε στά χείλη τους

μετά βουβάθηκαν.

Πέσαν στή γῆ,

σαν τή μελιά πού σκόρπισε τά τρυφερά της φύλλα

σάν τή σακάτεψε ὁ πέλεκυς.

Αἱμάτινες ψιχάλες τά δάκρυα πέφτανε στή γῆ».

(Ἀναστασίας Φρυγανάκη, Τό Συναξάρι τῆς Ἰωνίας, Ἔκδ. Συλλόγου Ρεθυμνίων Μικρασιατῶν, Ἀθήνα 1993)

Τί νά ποῦμε γιά τά κειμήλια αὐτά; Τό λέει τό ὄνομά τους. Ἀπόψε ἐδῶ δέν ἐγκαινιάζεται ἔκθεση ἀντικειμένων οὔτε ἔκθεση ἔργων τέχνης. Ἐγκαινιάζεται Ἔκθεση Κειμηλίων, πολλά ἀπό τά ὁποῖα ἐμφανίζονται γιά πρώτη φορά. Πού κουβαλοῦν τό καθένα καί τήν ἱστορία του, τήν ἱστορία προσώπων καί οἰκογενειῶν, τήν ἱστορία τόπων καί σεβασμάτων.

Ἐπιτρέψτε μου κάποιες σκέψεις, μή ἀναμενόμενες ἀπό τόν ὁμιλοῦντα. Κάθε κειμήλιο πού βρίσκεται ἐδῶ, εἶναι κτῆμα οἰκογενειακό μέ τήν δική του ἱερότητα. Γιά ὅσους τό βλέπομε ἀπό μακρυά, ἴσως μόνο ἀπό αἰσθητική ἤ ἄλλη θεώρηση, μπορεῖ νά λέει ἀπό πολλά ἕως τίποτε. Γιά ἐκεῖνον πού τό κατέχει, εἶναι ἀπό τίς ρίζες τῆς φύτρας του, εἶναι τεκμήρια τῆς καταγωγῆς του, εἶναι φορέας ἦθους καί πολιτισμοῦ, πού ταυτίζεται μαζί τους, κληρονομημένο πατρογονικά γιά νά συνεχίσει τόν πλοῦ του στήν ἱστορία ὡς ἄλλη σκυτάλη ἀπό γονεῖς σέ παιδιά καί ἔκγονα.

Ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ ὀφείλεται σέ ἐκείνους πού τά ἐμπιστεύθηκαν στό Δῆμο μας, γι’ αὐτήν τήν παρουσία καί ἴσως γιά πρώτη φορά γι’ αὐτό τό ἀγαπητικό ἀντάμωμά τους ἀπό τότε πού ξεκίνησαν ἀπό τίς ἴδιες γεωγραφικές συντεταγμένες τό ταξίδι τους στήν Ἱστορία. Κειμήλια λοιπόν τῆς Ρωμηοσύνης πού δέν ἔχει σύνορα, ἀπό Πατρίδες πού ἄλλαξαν χέρια βίαια, ἀλλά πού δέν ἔγιναν ποτέ χαμένες στίς ψυχές μας. Χάνεται ὅ,τι ξεχνιέται, ὅ,τι παραθεωρεῖται, ὄχι ὅ,τι μεταλαμπαδεύεται. Τότε ἴσως καί νά φουντώνει. Ἔτσι σᾶς παρακαλῶ, νά προσεγγίσομε ἀπόψε ὅλοι μαζί καί καθένα χωριστά τά ἱερά αὐτά κειμήλια. Κι ἄν δέν μποροῦμε ὅπως ἀσφαλῶς τά βλέπουν ἐκεῖνοι πού τά ἔχουν μέ δικαιολογίες συναισθηματικῆς φόρτισης ἤ περισσότερο ὅπως τά ἔβλεπαν ἐκεῖνοι πού τά ἔφεραν μαζί μέ τά παιδιά τους σάν παιδιά τους, ἄς τά δοῦμε ὡς μάρτυρες πόνου, διωγμοῦ, διακρίσεων, κατατρεγμῶν, εὐτελισμῶν καί δυσφόρητων θλίψεων.

Θά σταματήσω νά ὁμιλῶ καί θά ἀφήσω ἄλλους νά μιλήσουν γιά πολύ λίγο. Τουλάχιστον τό τέλος τῆς προσλαλιᾶς μας, νά Σᾶς ἀφήσει καλή ἐντύπωση, μήπως γλυτώσω κάποια ἀπό τά σχόλια. Διαβάζω ἀπό τό βιβλίο τῆς Λένας Τζεδάκη – Ἀποστολάκη, Μικρασιάτες στό Ἡράκλειο. Ὁ ξεριζωμός καί ἡ νέα Πατρίδα. (Ἀνάτυπο ἀπό τό 18ο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «Παλίμψηστον», Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ἡράκλειο 2003, σ. 342):

«Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, συνεπικουρώντας, παραχώρησε τό σύνολο τῶν ἐκκλησιῶν γιά προσωρινή στέγαση τοῦ προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ καί συνέταξε ὁδηγίες πρός τούς ἡγουμένους τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί τούς ἐφημερίους τῶν Ἐκκλησιῶν γιά ἀρωγή τῶν προσφύγων. Ἀκόμη, σέ κοινή συνεδρίαση τῆς Μοναστηριακῆς Ἐπιτροπείας μέ τήν Ἐπιτροπή Περιθάλψεως Ποροσφύγων, τόν Ὀκτώβρη τοῦ 1922 (12/10/1922), ἀποφασίστηκε ἡ ἐγατάσταση γεωργικῶν οἰκογενειῶν στίς Ἱ. Μονές Καρδιωτίσσης καί Ἀνωπόλεως μέ τήν ταυτόχρονη δωρεάν παραχώρηση ἀγροτεμαχίων γιά καλλιέργεια, καθώς καί ἡ προσωρινή ἐγκατάσταση προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ σέ μοναστήρια τῆς Μεσσαρᾶς καί τοῦ Ν. Λασηθίου. Στήν Ἱ. Μονή Ἀμωπόλεως, σέ σύντομο χρονικό διάστημα, ἐγκαταστάσθηκαν 30 οἰκογένειες».

«Τήν ξερίζωσε τή ράτσα ὁ πόλεμος ἀπό τήν ἀνατολή, ἡ φουρτούνα πέταξε σέ τοῦτο τό ἀκρογιάλι τίς σπαραγμένες ρίζες, βρεγμένες στό αἷμα, Κι αὐτές ὅπως γίνεται μέ τά δυνατά ἀγριόχορτα, ριζοβόλησαν μέ πάθος στά καινούρια χώματα, γαντζώθηκαν μέ τά νύχια στά βράχια καί τίς σκισμές, ἄρχισαν νά τινάζουν ἀπό παντοῦ ὁρμητικούς βλαστούς γιά τό νέο ἀνθοβόλημα (Στρατῆ Μυριβήλη, Ἡ Παναγία ἡ Γοργόνα, σ. 39).

Τό γνωστό σέ ὅλους «εἴτε βραδυάζει εἴτε φέγγει, μένει λευκό τό γιασεμί» ἰσχύει γιά κάθε Μικρασιάτη πρόσφυγα, μένει λευκό κι ὅταν προσφεύγει, ὅταν μεταφυτεύεται καί φεγγοβολᾶ καί εὐωδιάζει γιά τούς νέους θαυμαστές τῶν ἱδιοτήτων του.

Ψάξτε σέ αὐτά τά Ἱερά καί Ὅσια αὐτή τή λευκότητα τῆς ἀγνότητας τῶν αἰσθημάτων ἐκείνων πού τά ἔφεραν, ἐκείνων πού τά ἔχουν καί ἐκείνων πού διασώζουν ὡς σημεῖα ἀναφορᾶς τήν ὕπαρξή τους. Τά μάτια μας ξεκουράζονται στό λευκό.

Ακολουθήστε το Entospolis στο Facebook

Κοινοποίηση :