Η πανδημία και οι προσδοκίες για το 2022

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα, διατυπώνοντας το ερώτημα «τι περιμένουμε από το 2022;». Η απάντηση είναι «πολλά». Πρώτα-πρώτα, όλοι ελπίζουμε να μπει ένα τέλος στην πανδημία. Δύο χρόνια τώρα, έχουμε ανατρέψει την καθημερινότητά μας. Δεν τολμούμε να χαιρετήσουμε από κοντά ή να αγκαλιάσουμε έναν δικό μας άνθρωπο. Φοβόμαστε τις συγκεντρώσεις και τις μαζικές εκδηλώσεις. Εχουμε, με λίγα λόγια, κουραστεί να ζούμε με τον φόβο και την αγωνία μήπως κολλήσουμε από τους φίλους, τους συναδέλφους και τα παιδιά μας ή μήπως μεταφέρουμε άθελά μας εμείς τον ιό.

Η παραλλαγή «Ομικρον» ίσως βοηθήσει στην απόκτηση της ανοσίας της αγέλης και σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση των εμβολιασμών και την κυκλοφορία αποτελεσματικών φαρμάκων να δούμε τη μετατροπή της πανδημίας σε ενδημική νόσο. Το σενάριο μιας νέας παραλλαγής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, οι νέες μεταλλάξεις είναι λιγότερο παθογόνες από τις προηγούμενες. Εφόσον, λοιπόν, υποχωρήσει η πανδημία, θα ανοίξει ο δρόμος για την ικανοποίηση των υπόλοιπων προσδοκιών εντός του 2022, που κυρίως σχετίζονται με την καθημερινότητά μας.

Θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος στην παραγωγή ή και να το ξεπεράσουμε; Θα υποχωρήσει η ακρίβεια; Θα συνεχίσει η ευνοϊκή περίοδος χαμηλών επιτοκίων; Θα επαναφέρουμε τη δημοσιονομική μας προσαρμογή στα επίπεδα βιωσιμότητας του χρέους; Θα αυξηθούν οι μισθοί και θα μειωθεί περαιτέρω η φορολογία; Θα συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις; Θα αποκτήσουμε την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα; Η θετική έκβαση στα παραπάνω ερωτήματα ισοδυναμεί με βελτίωση της οικονομικής μας κατάστασης και κατά συνέπεια του βιοτικού μας επιπέδου. Για παράδειγμα, εάν ο ρυθμός ανάπτυξης του 2021 αποδειχτεί τον προσεχή Μάρτιο (που θα έχουμε τα οριστικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ) πολύ μεγαλύτερος των κυβερνητικών εκτιμήσεων, δηλαδή 8,5% αντί για 6,9%, πράγμα διόλου απίθανο, δημιουργείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος και διευκολύνεται η προσαρμογή του ελλείμματος από το 9,6% του ΑΕΠ το 2021 στο 4,0% το 2022, ώστε να μειωθεί κάτω από 3% το 2023 και να μην κινδυνεύσουμε να μπούμε σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Μια τέτοια ευνοϊκή εξέλιξη θα κρατήσει χαμηλά τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων και δεν θα πλήξει τις τράπεζες που επένδυσαν σε αυτά. Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στην ποιότητα της διακυβέρνησης, τη Δικαιοσύνη και την Παιδεία, μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει πιο κοντά την επενδυτική βαθμίδα, εντός του 2022. Η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης θα έδινε, επίσης, τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε πρόσθετες μειώσεις φόρων. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να μειώσει την (έκτακτη) εισφορά αλληλεγγύης και για τους δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους από το 2023 για τα εισοδήματα που απέκτησαν το 2022, άρα λιγότερες κρατήσεις στους μισθούς από φέτος. Ωφελημένοι, όμως, θα είναι και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, γιατί θα δουν πρόσθετη αύξηση στον κατώτατο μισθό. Η περσινή απόφαση για αύξηση 2% στον κατώτατο μισθό διαμορφώθηκε στο πρώτο εξάμηνο του έτους, όταν οι οικονομικές συνθήκες ήταν ακόμη δύσκολες και η οικονομία κλειστή, με πολλές αβεβαιότητες.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ρυθμός ανάπτυξης για δύο συνεχόμενες χρονιές είναι έντονα ανοδικός, οι δε προοπτικές για την επόμενη τριετία είναι εξίσου θετικές. Επομένως, είναι εύλογο να υπάρχουν προσδοκίες για μια πρόσθετη αύξηση του κατώτατου μισθού εντός του 2022, όχι για να καλύψει την (προσωρινή επιμένω) αύξηση του πληθωρισμού, αλλά κυρίως για να αποδώσει το αναγκαίο μέρισμα ανάπτυξης σε όλους εκείνους που εδώ και 12 χρόνια (δεκαετούς οικονομικής κρίσης και διετούς υγειονομικής κρίσης) αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες διαβίωσης.

REAL.GR