
γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης
*Διευθυντής IGA Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδας & αναλυτής διεθνών θεμάτων του ANT1
Το 2021 ήταν μία κακή χρονιά για τον Πρόεδρο Ερντογάν. Η τουρκική λίρα, παρά την άνοδο των τελευταίων ημερών, όχι μόνο κατέγραψε ιστορικά χαμηλά (με απώλειες +50% μόλις σε δέκα μήνες), αλλά ακολούθησε μία ξέφρενη πορεία, όμοια με το προβληματικό 1983. Αυτή η κατάσταση επέτεινε την καχυποψία προς το πρόσωπό του και είχε ως αποτέλεσμα, έστω και σε δημοσκοπήσεις, να βλέπει την πλάτη τουλάχιστον τριών αντιπάλων του. Ακόμη και το κραταιό κόμμα (του) Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, για πρώτη φορά, έρχεται δεύτερο στις περισσότερες μετρήσεις, με ποσοστά κάτω του ψυχολογικού ορίου του 30% και ενώ στις τελευταίες εκλογές είχε λάβει το 42,5% των ψήφων. Ετσι, ο Ερντογάν, κόντρα στις επιθυμίες του αλλά και την εικόνα του πανίσχυρου ηγέτη, είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τον κυβερνητικό του εταίρο, Μπαχτσελί, παρά τη ραγδαία πτώση και του κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Ομως, το σημαντικότερο είναι πως ο Ερντογάν ουσιαστικά συγκυβερνά με το βαθύ παρακράτος, το οποίο έχει επανακάμψει εμφατικά.
Στα εξωτερικά, το έτος που φεύγει, επίσης δεν έχει θετικό πρόσημο για την τουρκική ηγεσία. Με τον Αμερικανό Πρόεδρο οι σχέσεις είναι ψυχρές. Οι προσβάσεις στον Λευκό Οίκο χάθηκαν μεν, ωστόσο, ενδεικτικές της σημασίας της Αγκυρας για την Ουάσιγκτον είναι η τακτική επικοινωνία Σάλιβαν – Καλίν και η γενικότερη προσπάθεια να μην επέλθει ρήξη. Στο Κογκρέσο έχει επικρατήσει η άποψη ότι η Τουρκία πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις αμερικανικές επιθυμίες, αλλιώς θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Τα υπουργεία Αμυνας και Εξωτερικών -ειδικότερα το δεύτερο- προσεγγίζουν την Τουρκία με μία παρωχημένη, ψυχροπολεμική λογική, με σημείο αναφοράς τη Ρωσία, άρα είναι πιο ευεπίφορα στις απειλές Ερντογάν ότι θα στραφεί προς τη Μόσχα, σε περίπτωση που περιθωριοποιηθεί από τις ΗΠΑ. Εντούτοις, το 2021, όσα ταλανίζουν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις έγιναν αισθητά με κρότο: από το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400, τη συνειδητοποίηση των Τούρκων ότι δεν πρόκειται να αποκτήσουν τα F-35, κάτι που άνοιξε τη συζήτηση για την αναβάθμιση των F-16, την απροθυμία των ΗΠΑ να άρουν τη στήριξή στους Κούρδους της Συρίας μέχρι την επαναφορά της υπόθεσης Halkbank, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τεράστια πρόστιμα και περαιτέρω υποβάθμιση της αξιοπιστίας του τουρκικού τραπεζικού συστήματος και εν γένει της οικονομίας της χώρας, καθώς και τις διαφορές σε ζητήματα δημοκρατίας, με την Ουάσιγκτον να θεωρεί την Αγκυρα ξένο σώμα και να την κριτικάρει δημοσίως όλο και πιο συχνά. Αλησμόνητη για τον Ερντογάν ήταν και η πρώτη επικοινωνία με τον Μπάιντεν, όχι μόνο για τη χαρακτηριστική καθυστέρηση με την οποία έγινε, αλλά επειδή συνδυάστηκε με την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση επηρεάστηκε από όσα προηγήθηκαν μεταξύ Αυγούστου και Νοεμβρίου 2020 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, αλλά και όσα συνέβησαν το 2021 στην Αμμόχωστο, μέρος της οποίας η Τουρκία έχει ανοίξει, κόντρα σε ψηφίσματα του ΟΗΕ. Ως αποτέλεσμα και παρά το ότι οι τουρκικές επιθετικές ενέργειες στην ανατολική Μεσόγειο επί του πεδίου περιορίστηκαν αισθητά το 2021, οι Βρυξέλλες δεν έδωσαν στην Αγκυρα τη λεγόμενη «θετική ατζέντα». Δεν της επέβαλαν κυρώσεις, που άλλωστε δεν αναμένονταν, όμως, η απουσία προοπτικής, που θα αποτελούσε ένα θετικό μήνυμα για αγορές και επενδυτές, των οποίων η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί, είναι πλήγμα για τη γειτονική χώρα, όσο και αν προσπαθεί να απαξιώσει την Ε.Ε. Υπό αυτή την έννοια, το 2021 ήταν μία χαμένη χρονιά για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ενώ για το 2022 δεν αναμένονται ανατροπές, κυρίως λόγω της επιλογής των ισχυρότερων κρατών-μελών να αναλάβουν πρωτοβουλίες ουσιαστικής αναθεώρησης της σχέσης με την Τουρκία μετά τις εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν. Κάποιοι προσβλέπουν σε αλλαγή καθεστώτος για να διευκολυνθεί η συνεργασία, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι ο Ερντογάν δεν είναι σε θέση να αναλάβει πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση ουσιαστικής εξομάλυνσης. Και είναι αλήθεια ότι δείχνει δέσμιος του υπερσυγκεντρωτικού χαρακτήρα διακυβέρνησης του εταίρου του Μπαχτσελί, καθώς και του ίδιου του αφηγήματός του, που έχει εκπαιδεύσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε ένα εθνικιστικό και διαιρετικό μαξιμαλισμό. Εντούτοις, γίνεται προσπάθεια να διορθωθούν τα φάλτσα της εξωτερικής πολιτικής (π.χ. με Ισραήλ, Αίγυπτο, μοναρχίες του Κόλπου), να αναδειχθεί η χρησιμότητα της Τουρκίας σε διάφορα μέτωπα (Αφγανιστάν, Καύκασος) και να εδραιωθούν οι θέσει της (Λιβύη, Αφρική) προκειμένου να μην απολέσει τα διπλωματικά της ερείσματα. Η αναξιοπιστία της ηγεσίας της συρρικνώνει τα περιθώρια ελιγμών, αλλά δεν βρίσκεται σε συνθήκες απομόνωσης. Το πρόβλημα για τον Ερντογάν είναι ότι αυτός βιάζεται, ενώ οι ηγέτες στους οποίους κυρίως απευθύνεται δεν έχουν ανάλογη σπουδή.
Σε κάθε περίπτωση, ο Τούρκος Πρόεδρος διατηρεί τη διεισδυτικότητά του σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, τα οποία όμως ακουμπάει η οικονομική κρίση, έχει τον έλεγχο των Μέσων και θα μπορούσε να αυταρχοποιήσει περαιτέρω το καθεστώς του ενόψει των εκλογών, ακόμη και σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Το 2022 θα κριθεί ο βαθμός ανθεκτικότητάς του, με το διακύβευμα να είναι πλέον η πολιτική του επιβίωση.
REAL.GR








