Η διαφορά του τακτικού από το έκτακτο

Νίκος Φιλιππίδης

Θα φανταζόταν κανείς ότι όταν θα άρχιζε η μείωση φόρων, όπως σωστά κάνει η σημερινή κυβέρνηση, θα τελείωνε και το καλαμπούρι του κοινωνικού μερίσματος.

Ο ΕΦΚΑ για κάποιο λόγο που δεν έχει καταλάβει κανείς ανακοινώνει ακόμα κάθε μήνα τις ημερομηνίες καταβολής των συντάξεων. Σαν να αποτελεί κάποιο έκτακτο γεγονός. Σαν κάποιο μήνα να υπάρχουν διαφορετικές σκέψεις για την καταβολή τους. Αντί να ορίσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία και αν πέφτει Σαββατοκύριακο, να καταβάλλονται την τελευταία ή την αμέσως επόμενη εργάσιμη, επί χρόνια «διαρρέονται» οι ημερομηνίες. Πιθανότατα έχει μετρηθεί και ενδεχομένως δίνει «πόντους» θετικής δημοσιότητας σε έναν οργανισμό που πριν τον αναλάβει ο Χατζηδάκης, δεν ήθελε κανείς να περάσει ούτε απέξω. Θεωρείται σίγουρο, ότι θα το λύσει και αυτό ο υπουργός Εργασίας. Μην μπερδευόμαστε, όμως, από τις μηνιαίες ανακοινώσεις του ΕΦΚΑ. Η καταβολή των συντάξεων είναι μια τακτική υποχρέωση του κράτους. Οπως είναι η καταβολή της μισθοδοσίας για τους εργαζόμενους στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Υπάρχουν όμως και οι έκτακτες αμοιβές. Στην περίπτωση των εταιρειών, τις δίνουν συνήθως στους πιο αποδοτικούς εργαζομένους τους, ως επιβράβευση. Το Δημόσιο ή πιο σωστά οι κυβερνήσεις έχουν καθιερώσει τα τελευταία χρόνια μια άλλη συνήθεια έκτακτης παροχής. Το περίφημο κοινωνικό μέρισμα, 13η σύνταξη ή μισθό, ή όπως αλλιώς θέλει να το λέει ο καθένας. Κάθε χρόνο την τελευταία πενταετία πριν από τα Χριστούγεννα ξεκινάει η ίδια συζήτηση.

Τα χρόνια πριν από την πανδημία η συζήτηση είχε ως βάση την περίφημη «κοινωνική» πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. «Τσάκιζε» στη φορολόγηση ό,τι πετούσε. Εβγαζε πρωτογενή πλεονάσματα πολύ πάνω από αυτά που του ζητούσαν. Και στη συνέχεια προκειμένου να εξισορροπήσει την κατάσταση και να «κλείσει το μάτι» στους ψηφοφόρους, επέλεγε σε ποιους και πόσα θα τους επιστρέψει από αυτά που τους είχε πάρει. Συνολικά είχε πάρει πάνω από 11 δισ. πάνω από τους υπέρογκους στόχους του 3,5% του ΑΕΠ που είχε συμφωνήσει, για να επιστρέψει κατά το δοκούν ένα μικρό μέρος κάθε χρόνο. Αυτό ήταν το κράτος «πατερούλη» που οραματίζονταν. Αυτό ήξερε, αυτό έκανε.

Θα φανταζόταν κανείς ότι όταν θα άρχιζε η μείωση φόρων, όπως σωστά κάνει η σημερινή κυβέρνηση, θα τελείωνε και το καλαμπούρι του κοινωνικού μερίσματος.

Πόσω μάλλον το 2021, μια χρονιά που η εκτίμηση του προσχεδίου του προϋπολογισμού, εκτιμά ότι θα κλείσει με πρωτογενές έλλειμμα 13 δισ. ευρώ. Κι όμως με τέτοιο δυσθεώρητο έλλειμμα, υπάρχουν ακόμα κάποιοι νοσταλγοί του μερίσματος, στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Το λένε μέρισμα ανάπτυξης και το αποδίδουν στον υψηλό ρυθμό άνω του 8% που θα εμφανίσει φέτος η οικονομία. Σαν η ανάπτυξη να έχει γίνει κρατικά πενηντάευρα, έτοιμα να πιστωθούν στους λογαριασμούς πολιτών.

Η πλάκα, όμως, από όπου και αν προέρχεται κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει. Αν υπάρχει κάποιο έστω και μικρό περιθώριο παροχών πρέπει να μείνει στον προϋπολογισμό. Το έλλειμμα με το οποίο θα κλείσει ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερο, προκειμένου να επιδιωχθεί το 2022 να επιστρέψει σε βιώσιμα ισοσκελισμένα επίπεδα. Μόνη εξαίρεση θα μπορούσε να είναι η ενίσχυση ενός κλάδου, από τον οποίο αναμένει να πάρει μεγάλη ανάπτυξη και σημαντικά έσοδα για τα δημόσια ταμεία. Ολες οι άλλες γενικού ή οριζόντιου χαρακτήρα έκτακτες ενισχύσεις δεν έχουν νόημα σε μια οικονομία που προσπαθεί να αναρρώσει από μια πανδημία.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ