Οκτώ φορές λιγότερες οι πιθανότητες για βαριά νόσηση με COVID-19 μετά το εμβόλιο

Ακούμε για τα μεγάλα ποσοστά προστασίας, που προσφέρουν τα εμβόλια ενάντια στην COVID-19 λοίμωξη, όμως βλέπουμε ότι νοσούν και άτομα πλήρως εμβολιασμένα. Ωστόσο οκτώ φορές λιγότερες είναι οι πιθανότητες για βαριά νόσηση με COVID-19 μετά το εμβόλιο.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι το τίμημα για τους ανεμβολίαστους (θα) είναι πολύ μεγαλύτερο και, μάλιστα, θα περιλαμβάνει βαριές νοσηλείες και θανάτους. Και ότι το 4ο κύμα “δεν παίζει”, έχει μια απειλητική δυναμική, εξελίσσεται ταχύτερα και απειλεί νέους και παιδιά.

Τα εμβόλια προσφέρουν έναν φυσικό τρόπο προστασίας από πιθανή λοίμωξη από παθογόνα, τα οποία εκμεταλλεύονται τους μηχανισμούς της επίκτητης ανοσίας. Για την ακρίβεια τα εμβόλια εκπαιδεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίζει έγκαιρα τους “εισβολείς”, πριν αυτοί προκαλέσουν σημαντικό πρόβλημα.

Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι κανένα εμβόλιο δεν μπορεί να προσφέρει 100% προστασία σε όλους τους ανθρώπους. Οπότε η σύγκριση, στην οποία μπαίνουν πολλοί, για τα ποσοστά επιτυχίας που έχουν τα εμβόλια των φαρμακευτικών εταιρειών, δεν έχει μεγάλη σημασία.

Στο δια ταύτα έχει ενδιαφέρον να δούμε γιατί δεν μηδενίζεται η δύναμη του κορονοϊού με τη βοήθεια των εμβολίων.

Ποιες είναι οι πιθανότητες τελικά

Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γκίκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι αφενός δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να κτίσουν ανοσολογική απάντηση με την ίδια αποτελεσματικότητα, αφετέρου η όποια ανοσολογική απάντηση είναι πεπερασμένη στην ισχύ της.

“Όπως ένας στρατός μπορεί να αντιμετωπίσει έναν πεπερασμένο αριθμό εισβολέων σε μία χρονική στιγμή, με τον ίδιο τρόπο το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει έναν πεπερασμένο αριθμό ιών σε μία χρονική στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πιθανότητα να είναι επιτυχής η εισβολή του ιού μπορεί να μην μηδενίζεται αλλά μειώνεται δραματικά με τον εμβολιασμό”, εξηγούν.

Τα στοιχεία έχουν ενδιαφέρον. Η πιθανότητα να μολυνθεί κάποιος μετά από έκθεση στον ιό 14 ημέρες αφού έχει λάβει και τις 2 δόσεις των εμβολίων, που υπάρχουν στην Ελλάδα, είναι μέχρι 3 φορές μικρότερη από ό,τι αν δεν είχε εμβολιασθεί.

Στη συνέχεια, αφού μολυνθεί ένας εμβολιασμένος, η πιθανότητα να νοσήσει βαριά είναι μειωμένη κατά 8 φορές από το ό,τι αν δεν είχε εμβολιασθεί. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται για τον εμβολιασμένο σε μία εξαιρετικά μικρότερη πιθανότητα να καταλήξει στο νοσοκομείο, σε ΜΕΘ ή να πεθάνει εξαιτίας της λοίμωξης.

Τον τελευταίο καιρό ακούγονται παραδείγματα με ανθρώπους που έχουν εμβολιασθεί αλλά έχουν κολλήσει τον ιό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι τα εμβόλια έχουν χάσει την ισχύ τους έναντι των νέων στελεχών ή ότι τα εμβόλια δεν προσφέρουν προστασία;

“Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, τα εμβόλια μειώνουν την πιθανότητα να μολυνθεί κάποιος, αλλά δεν τη μηδενίζουν. Έτσι, λοιπόν, σε έναν πληθυσμό που έχει εμβολιασθεί το 70% πλήρως και με δεδομένο ότι μειώνεται η πιθανότητα μόλυνσης 3 φορές, ως αποτέλεσμα του εμβολιασμού, αναμένουμε φυσιολογικά το 40% των διαγνώσεων να αφορά σε εμβολιασμένους και το 60% να αφορά σε μη εμβολιασμένους“, λένε οι καθηγητές.

Η συνδρομή του εμβολιασμού σε αυτήν την περίπτωση

Καταρχάς, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αν δεν είχε γίνει εμβολιασμός, ο αριθμός των κρουσμάτων θα ήταν τουλάχιστον 3 φορές υψηλότερος (χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν ότι οι εμβολιασμένοι έχουν πολύ μικρότερη πιθανότητα να μεταδώσουν τον ιό, όταν κολλήσουν και άρα ο αριθμός των κρουσμάτων θα ήταν κατά πολύ υψηλότερος, αν δεν είχε γίνει ο εμβολιασμός).

Πρόκειται, λοιπόν, για μία δραματική μείωση, καταρχάς στον αριθμό των κρουσμάτων. Επιπλέον, αυτό το 40% των εμβολιασμένων, που έχει μολυνθεί, έχει σημαντικά μικρότερη πιθανότητα να κάνει βαριά νόσο, όπως λέγεται. Συνεπώς πολύ λίγοι από αυτούς θα οδηγηθούν σε νοσοκομεία, μονάδες εντατικής θεραπείας ή και θα καταλήξουν.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι κατανοητό ότι η ανοσολογική απάντηση, ακόμη και από το πιο ισχυρό εμβόλιο, είναι πεπερασμένη. Όπερ σημαίνει ότι η διαρκής έκθεση σε υψηλά ιϊκά φορτία, δηλαδή οι επαφές πολύ υψηλού κινδύνου, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε μόλυνση ακόμη και τους πλήρως εμβολιασμένους, με ισχυρή ανοσολογική απάντηση.

πηγή: https://www.mononews.gr/