Κορονοκαπηλεία με μουτσούνα

Δημήτρης Παγαδάκης

Και άνοστο το καλαμπούρι και γέλιο δεν βγάζει. Χώρια που, φθαρμένο από την επανάληψη, κουράζει.  Ωστόσο ο πειρασμός για ένα αμυδρό χειροκρότημα είναι μεγάλος. Νάσου λοιπόν οι χαμαιλεοντικές μεταμφιέσεις. 

Με τον Αλέξη Τσίπρα να επιδιώκει, σώνει και καλά, να χωρέσει στο ανάστημα του Ανδρέα Παπανδρέου. Μονό που ο ιστορικά αδαής σημερινός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης μιλά για «βρώμικο ΄89», αγνοώντας ή υποκρύπτοντας ότι και η δική του παράταξη παρέπεμψε τον Ανδρέα στο ειδικό δικαστήριο .

Η φάρσα όμως, όπως και η μιζέρια, είναι κολλητική. Πακέτο σε αυτή την μικρο-οπερετική κωμωδία πάει και ο αλαζονικός Νίκος Παππάς που ξεπατικώνει τις απειλές ενός Μίνιου Κουτσόγιωργα. Κομπάρσος από κοντά και ο χολερικός Παύλος Πολάκης που προσποιείται την αθυροστομία ενός Βαγγέλη Γιαννόπουλου.

Δεν πρόκειται, πάντως, για ρεπερτόριο συμβολικής μίμησης ενός μοντέλου αλλοτινής πολιτικής συμπεριφοράς. Μάλλον σε καρικατουρίστικη παρωδία του γουέστερν «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» φέρνει. Με αξεσουάρ δανεικές Κολοκοτρωναίικες περικεφαλαίες, μουσική υπόκρουση το ρυθμικό Μπέλλα Τσιάο και ένα πράσινο ήλιο να δύει στο φόντο μιας παράγκας που κρατείται αιχμάλωτος ο Γιάννης Ραγκούσης.

Από μόνη της μια τέτοια παράσταση θα πιστοποιούσε ότι η μπουφονική σάχλα είναι το πιο πικρό είδος όταν χαρίζει χάχανα εκεί που σέρνεται σκουριασμένος ο παραλογισμός. Το «αστείο», όμως, γίνεται ακόμη πιο θλιβερό όταν το κόμμα τους υποδύεται μελοδραματικά τον εκφραστή των μη προνομιούχων.

Εν προκειμένω, των ζορισμένων από τη πανδημία ελεύθερων επαγγελματιών και εργαζόμενων στον τουρισμό, την εστίαση, τη διασκέδαση. Παριστάνει ότι τους συμπονά και συμπαραστέκεται στη ταλαιπωρία τους ενώ στη πραγματικότητα τους κοροϊδεύει.

Από τη μια μεταφράζει το λοκντάουν σε αντιλαϊκή πολιτική και από την άλλη κατηγορεί την κυβέρνηση επειδή ανοίγει το λιανεμπόριο. Το χειρότερο, χρεώνει στους μικροκαταστηματάρχες, όπως σε αυτούς της Πάτρας, τις αποδοκιμασίες κατά υπουργού στις οποίες προχώρησε μια ντουζίνα κλακαδόρων των Συριζαίων βουλευτών Σίας Αναγνωστοπούλου και Κώστα Μάρκου του νομού Αχαΐας.

Κακά τα ψέματα. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν δικαιούται απλώς αλλά έχει πρώτιστη υποχρέωση να ασκεί έλεγχο στα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Ιδίως αφότου η τελευταία αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος των αποφάσεων της κατά την επιδημιολογική διαχείριση. Το αλλοπρόσαλλο, όμως, αφήγημα και η ενδημική εχθροπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ τον κάνει να χωλαίνει ανυπόφορα και ως προς το κύριο κοινοβουλευτικό του καθήκον.

Αναλώνεται, αν δεν ταυτίζεται, στον να το «παίζει» σπόνσορας χουλιγκάνων στη Νέα Σμύρνη, χορηγός αναρχομπάχαλων στις πορείες για το Κουφοντίνα και υποστηρικτής καταληψιών στα πανεπιστήμια. Με μόνιμο φάλτσο ρεφρέν ότι οι αστυνομικοί έλεγχοι συνιστούν απρόκλητες επιθέσεις κατά των ατομικών δικαιωμάτων

Στη πραγματικότητα σίγα μη νοιάζεται για τους μικρομεσαίους, την ασφάλεια της κοινωνίας και την δημόσια υγεία. Με ιδιοτέλεια «σαμποτάρει» κάθε μέτρο που λαμβάνεται επιδιώκοντας ότι πιο διαβρωτικό για τους θεσμούς της δημοκρατίας. Στόχος του να πληγεί η σχέση εμπιστοσύνης κράτους και πολιτών.

Αναπόδραστα η τακτική του συντονίζεται με τα γκροτέσκο εκείνα τεχνάσματα των θρησκόληπτων φονταμενταλιστών που προσέρχονται σωρηδόν στη ζούλα σε κηδείες ή λειτουργίες. Με ασυγχώρητο λαϊκισμό ασκεί μαζί τους παρόμοια «κορονοκαπηλεία». Μόνο που οι τελευταίοι δεν μεταμφιέζονται με προοδευτική μουτσούνα, ούτε βαφτίζουν τους εαυτούς τους σοσιαλδημοκράτες.

 

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ