Τι συμβαίνει με την τουρκική οικονομία;

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Kαθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών πρώην  υπουργός

Το τι ακριβώς συμβαίνει στην Τουρκία ενδιαφέρει τη χώρα μας για προφανείς λόγους. Τον τελευταίο χρόνο οι ειδήσεις από τη γειτονική μας χώρα σχετικά με την κατάσταση της οικονομίας της είναι ανησυχητικές. Παρότι από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η οικονομία της Τουρκίας αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς 3%-4% ετησίως, από το 2018 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα με την υποτίμηση του εθνικού της νομίσματος και την αύξηση του πληθωρισμού.  Συχνά, η τουρκική οικονομία εμφανίζεται να κινδυνεύει μέχρι του σημείου να προδικάζεται η συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η τουρκική λίρα έχει χάσει από το 2018 πάνω από το 40% περίπου της αξίας της, σε σχέση με το δολάριο και το ευρώ, και ο ρυθμός του πληθωρισμού έχει ξεπεράσει το 14% ετησίως (πρόβλεψη ΟΟΣΑ 2021, 12%) ενώ τα επιτόκια των ομολόγων του διεθνούς δανεισμού της κινούνται στο επίπεδο 14%-15% τον τελευταίο καιρό. (1)

Ταυτόχρονα παρατηρούμε συνεχείς αλλαγές στην ηγεσία της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας, προκειμένου να «ηρεμήσουν» οι διεθνείς αγορές και να περιοριστεί η υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Ο σημερινός διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας είναι ο 4ος στη σειρά σε μερικούς μήνες και το ερώτημα είναι τι ακριβώς θέλουν η τουρκική κυβέρνηση και ο Πρόεδρος Ερντογάν. Γιατί δεν ακολουθείται σταθερά από την αρχή της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος η βασική οικονομική «συνταγή» της αύξησης των επιτοκίων, ώστε και να περιοριστεί η απώλεια της αξίας της τουρκικής λίρας και να τιθασευτεί ο πληθωρισμός; Οπως διδάσκουν η θεωρία και η διεθνής εμπειρία, η αύξηση των επιτοκίων σε μια χώρα αυξάνει τη θελκτικότητα του εθνικού της νομίσματος και συνεπώς σταματά την υποτίμησή του στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, όμως, αυξάνεται το κόστος του εγχώριου δανεισμού για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις, πράγμα που περιορίζει τον πληθωρισμό που προέρχεται από την αυξημένη ζήτηση για επενδύσεις και κατανάλωση.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται να βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος της επίδρασης της αύξησης των επιτοκίων, δηλαδή στην αύξηση του κόστους του χρήματος, η οποία μαζί με τον περιορισμό του πληθωρισμού, μειώνει και τους ρυθμούς ανάπτυξης μιας  οικονομίας, αφού περιορίζει την επενδυτική και καταναλωτική ζήτηση. Αυτή ακριβώς τη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης δεν επιθυμεί ο Τούρκος Πρόεδρος και αναπτύσσει την λανθασμένη «θεωρία» ότι η αύξηση των επιτοκίων προκαλεί πληθωρισμό, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Προφανώς υπό την πίεση των διεθνών αγορών και προκειμένου να περιοριστεί η υποτίμηση της τουρκικής λίρας, ο προηγούμενος διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας αύξησε σημαντικά τα επιτόκια δανεισμού, παρά την αντίθετη άποψη της κυβέρνησης. Ετσι, όχι μόνο συγκρατήθηκε η υποτίμηση προσωρινά και αυξήθηκε η αξία της λίρας στις αγορές, αλλά και μειώθηκαν και οι αποδόσεις των τουρκικών ομολόγων διεθνούς δανεισμού. Ομως, όπως ήταν επόμενο, δεν μειώθηκε άμεσα ο πληθωρισμός με αποτέλεσμα την αλλαγή του διοικητή της τράπεζας.

Πώς, όμως, είναι δυνατόν μια λανθασμένη εκτίμηση του Τούρκου Προέδρου να επικρατεί και να δημιουργεί τόσα προβλήματα στην τουρκική οικονομία; Η εμμονή στα χαμηλά επιτόκια, όχι μόνο αυξάνει το κόστος του διεθνούς δανεισμού και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό με τη συνεχή υποτίμηση, κάνοντας ακριβότερες τις εισαγωγές όπως αναφέρθηκε, αλλά ταυτόχρονα, λόγω της ανόδου των τιμών καταναλωτή, αυξάνει τη δυσφορία στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της Τουρκίας, στα οποία η σημερινή κυβέρνηση στηρίζει τη δημοφιλία της και τις εκλογικές της επιτυχίες. Οπως φαίνεται, κυριαρχεί η άποψη ότι η Τουρκία επειδή εμφανίζεται να έχει πολύ χαμηλό δημόσιο εξωτερικό χρέος σε ξένο συνάλλαγμα και σχετικά χαμηλό ποσοστό ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών (περίπου το 4% του ΑΕΠ) μπορεί να δανείζεται διεθνώς, έστω και με υψηλά επιτόκια, προκειμένου να διαθέτει συνάλλαγμα για να στηρίζει το νόμισμά της αγοράζοντας συνεχώς λίρες με το συνάλλαγμα αυτό (το οποίο, όμως, δεν είναι ανεξάντλητο), για να συγκρατήσει την υποτίμηση.

Ισως η άποψη του Προέδρου για τα χαμηλά επιτόκια με επακόλουθο την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος κ.λπ. μπορεί να υπερτιμά την αναμενόμενη εισροή συναλλάγματος από την αύξηση των εξαγωγών και του τουρισμού (λόγω του υποτιμημένου εθνικού νομίσματος). Ωστόσο, ο αναπόφευκτος πληθωρισμός, δηλαδή η «ακρίβεια» στα είδη πρώτης ανάγκης, που πλήττει τους Τούρκους πολίτες, και ταυτόχρονα η πανδημία, που πλήττει και την Τουρκία (η οποία πανδημία αναμένεται να περιορίσει την αύξηση στις εξαγωγές της και την έλευση  ξένων τουριστών), μπορεί να πείσουν τον Τούρκο Πρόεδρο να αλλάξει πολιτική ή, αντίθετα, να τον οδηγήσουν να εντείνει την επιθετική ρητορική του εναντίον των γειτόνων της Τουρκίας («Γαλάζια Πατρίδα») για να  συγκαλύψει τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας. (Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, το 2020 σημειώθηκε μείωση κατά 0,2% στο ΑΕΠ της Τουρκίας, ενώ  αναμένεται αύξηση κατά 2,6% το 2021.)

(1)Τα σχετικά στοιχεία προέρχονται από τη μελέτη του Ερευνητικού Κέντρου Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ: Ναπ. Μαραβέγιας και Χαρ. Χρυσομαλλίδης, «Τουρκική και Ελληνική Οικονομία, μια συγκριτική ανάλυση για τις επιπτώσεις της Πανδημίας». Αθήνα, Νοέμβριος  2020.

REAL.GR