Δύο μύθοι για την συνεπιμέλεια

Τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά την απόφαση της κυβέρνησης να διαμορφώσει το παρωχημένο πλέον οικογενειακό δίκαιο με γνώμονα το πιο ανθρώπινο, επιστημονικά αποδεκτό, και κυρίως πιο συμφέρον για τα παιδιά, έχει δημιουργηθεί ένας διάχυτος προβληματισμός για τον τρόπο, την αποτελεσματικότητα αλλά και τη ίδια τη σκοπιμότητα της αλλαγής αυτής. Είναι ιστορικά  γνωστό ότι η κοινωνία στέκεται αμήχανη σε τέτοιου είδους αλλαγές, ειδικά όταν αυτές ανατρέπουν το αναχρονιστικό, την κοινωνική διάκριση και εν τέλει την παθογένεια. Παρόλα αυτά, σαν έτοιμη από καιρό η κοινή γνώμη σε ποσοστό 89% στέκεται επικριτικά σύμφωνα με δημοσκόπηση της εταιρίας Focus Bari το 2020 απέναντι στην παγιωμένη συντήρηση, προβάλλοντας ως κοινωνικό πλέον αίτημα την ψήφιση ενός νομοσχεδίου για την όχι υποχρεωτική αλλά κατά τεκμήριο νόμου συνεπιμέλεια με ίσο χρόνο για τους δύο γονείς και εναλλασσόμενη κατοικία. (Το τεκμήριο νόμου αίρεται φυσικά σε περιπτώσεις βίας ή κακοποίησης από γονέα όταν αυτό αποδειχθεί και δεν αποτελεί μόνο ψευδή καταμήνυση ή μαρτυρία).

Θα εισέλθω ευθύς στο προκείμενο. Αφορμή για τις παρακάτω παρατηρήσεις είναι το δημοσιευμένο άρθρο στην εφημερίδα Πατρίδα στις 06/02/2021 με τίτλο “Η μαμά με φωνάζει Μιχάλη και ο Μπαμπάς Λευτέρη”. Δεν θα σταθώ στις προθέσεις της γράφουσας, τις οποίες θεωρώ ειλικρινώς αγαθές, εξίσου “αγαθά” αν όχι ατυχή όμως θεωρώ και τα συμπεράσματα.

Διάφοροι κύκλοι και δη νομικοί με προφανή διάθεση αντιπερισπασμού και όχι με διάθεση να ενσκύψουν ανιδιοτελώς στο πρόβλημα της γονικής αποξένωσης που ταλανίζει χρόνια τα περισσότερα διαζευμένα ζευγάρια, μας λιβανίζουν με την άποψη ότι η συνεπιμέλεια μπορεί να επιτευχθεί μόνο με απαραίτητη προϋπόθεση την συνεννόηση και την αγαστή συνεργασία των ζευγαριών. Αναρωτιέμαι, ξέρετε πολλά ζευγάρια να χωρίζουν αγαπημένα και τρισευτυχισμένα; Τότε γιατί χωρίζουν; Δεν είμαι βέβαιος αν θέλω να μπω στη διαδικασία της επίλυσης των παραδόξων του Ζήνωνα διότι κάτι αντίστοιχο διαφαίνεται και στην παραπάνω εκδοχή. Μια στοιχειώδης ανάγνωση της θεωρίας των κοινωνικών συγκρούσεων θα μας έδειχνε ότι δύο μέρη συγκρούονται όταν διαθέτουν ανισόποσες δυνάμεις, διότι το ένα προσπαθεί να εκμαιεύσει δύναμη από το άλλο ώστε να νιώσει εξίσου ισχυρό.

Συνεπώς δύο ισοδύναμα μέρη έχουν ελάχιστες πιθανότητες να συγκρουστούν διότι δεν υπάρχει προφανής λόγος. Αν αυτό το μεταφέρουμε στο ζήτημα του οικογενειακού δικαίου και δη στην  διεκδικούμενη συνεπιμέλεια θα δούμε ότι ο λόγος που ο ένας γονέας καταφεύγει στα ένδικα μέσα είναι διότι ζητά παραπάνω χρόνο ως ίσος γονέας από το χρόνο που το υπάρχον δίκαιο αποδίδει ανερμάτιστα στον άλλο γονέα (στη μητέρα δηλαδή κατά το 98% των περιπτώσεων) αποστερώντας από τον πατέρα το αυτονόητο. Να είναι πατέρας. Μια πολιτική αυτόματης άρνησης της συνεπιμέλειας όταν ένα ζευγάρι χαρακτηρίζεται ως “υψηλής αντιδικίας” παρέχει κίνητρο τόσο για υπερβολή όσο και για τον πολλαπλασιασμό των συγκρούσεων και δινει με τρόπο παράλογο δύναμη αρνησικυρίας στο λιγότερο συνεργάσιμο γονέα. Στέλνει δηλαδή το μήνυμα ότι η συντήρηση της αντιδικίας και της σύγκρουσης μπορεί να είναι μια αποτελεσματική τακτική για τον αποκλεισμό της κοινής επιμέλειας. (Kelly 2012, Warshak 2011). Διακυβεύεται λοιπόν το δικαίωμα για νομική εξίσωση των γονέων και σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ψήφισμα 2079/2015 καταστρατηγείται η ισότητα των δύο φύλων όπως και τα δικαιώματα των παιδιών σύμφωνα με την κύρωση της αντίστοιχης διεθνούς σύμβασης από την Ελλάδα το 1992. Το δικαίωμα δηλαδή να αντιμετωπίζεται κυρίως ο πατέρας ως ίσος γονέας σε όλα τα επίπεδα αλλά κυρίως το δικαίωμα του παιδιού να ανατρέφεται από δυο γονείς ισότιμα, ισόχρονα και ισοδύναμα.

Η τελευταία λέξη απαντά και στην έννοια της συνεπιμέλειας όταν αυτή για αντικειμενικούς λόγους (όπως η χιλιομετρική απόσταση των γονέων) δεν μπορεί να εμπεριέχει την εναλλασσόμενη κατοικία. Μπορεί όμως να εμπεριέχει την κοινή και ίση γονική μέριμνα στις βασικές αποφάσεις που αφορούν στη ζωή ενός παιδιού. Αυτό λοιπόν το εξ ορισμού ισομοίρασμα ελαχιστοποιεί τις συγκρούσεις διότι δεν θα έχουν πλέον αντικείμενο και φέρνει τους γονείς στο σημείο να αναγκαστούν να τα βρούν για το κοινό συμφέρον των παιδιών. Θέτει τις απαραίτητες θεσμικές και νομικές δομές ώστε να αποκτηθεί με το χρόνο μια κουλτούρα συνεννόησης μεταξύ των γονιών. Είναι η πρώτη φορά που μπορούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για  να ασχοληθεί ένα διαζευμένο ζευγάρι με το πραγματικό συμφέρον των παιδιών και όχι να αναλώνεται σε εγωισμούς, αποξενωτικές διαθέσεις, ρεβανσισμούς και ιδιοκτησιακές αντιλήψεις.

Ένα δεύτερο σημείο στο δημοσιευμένο άρθρο που προσεγγίστηκε με δημοσιογραφικό και συναισθηματικό τρόπο, χωρίς επιστημονικό έρισμα, είναι η δογματική και στερεοτυπική άποψη για τη βιοκοινωνική προτεραιότητα της μητέρας. Εδώ οχλοβοούν οι κραυγές των φεμινιστικών κινημάτων που επέλεξαν να απέχουν από την επιστημονική αλήθεια νομιμοποιώντας βολικές και αυθαίρετες απόψεις. Η παραπάνω άποψη βασίστηκε ατυχώς στη θεωρία της μονοτροπίας του Bowlby η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1967,  με έρευνες που έγιναν σε ορφανοτροφείο. Όπως αντιλαμβάνεστε ο περιορισμένος κοινωνικός χώρος των ερευνών δεν επέτρεψε την παρουσία και λειτουργία άλλων προτύπων (πατέρας, ευρύτερη οικογένεια). Η έμφυτη αυτή ανάγκη του παιδιού να προσκολληθεί από τη μητέρα εγκαταλείφθηκε αργότερα από τον ίδιο τον Bowlby. Επίσης γενικότερα δεν συναντάται τέτοιου είδους θεώρηση στην ερευνητική βιβλιογραφία. Επιφανείς επιστήμονες (Michel Rutter, Everett Waters) συνηγόρησαν ότι δεν υπάρχει μόνο μία φιγούρα προσκόλλησης αλλά πολλαπλές σχέσεις προσκόλλησης με παραπάνω από ένα τροφό. (Mαρία Καπερώνη Κλιν. Ψυχολόγος Παίδων κ Εφήβων, Msc, Αριστοτέλειο Πανεπ. Θεσ/κης περιοδ. Psychology).

Η κάθε σχέση δημιουργεί μοναδικές και κάποιες αλληλεπικαλυπτόμενες συνεισφορές στην ανάπτυξη των παιδιών (Lamb, 2010a, 2010b). Στο δόγμα αυτό στηρίχτηκε δικαστικά όλη η νομολογιακή πρακτική στην Ελλάδα δίνοντας τα πάντα σε ένα γονέα καταδικάζοντας τα παιδιά να ζουν με ένα ισχυρό γονέα και ένα γονέα επισκέπτη. Αναμφίβολα είναι όχι μόνο  επιστημονικά ατεκμηρίωτο αλλά και ψυχοσυναισθηματικά επικίνδυνο διότι παράγει γονική αποξένωση ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας και αναγκάζει πάνω από το 50% των παιδιών (σύμφωνα με το ρυθμό αύξησης των διαζυγίων) να ζουν με την ελλειματική παρουσία του ενός γονέα.

Να τονίσω ότι μεσοσταθμικά ο πατέρας έχει όχι παραπάνω από το 14% του συνολικού χρόνου επαφής του παιδιού με τους δυο γονείς. Δεν μιλάμε λοιπόν για ανατροφή αλλά απλή συνάντηση γονέα-παιδιού με καταφανή την αδυναμία δημιουργίας ολοκληρωμένου συναισθηματικού δεσμού. Όλη αυτή η παθογένεια συνεπικουρείται και από τον ορισμό μίας κατοικίας ως βασικής η οποία ουσιαστικά θεωρείται βασική επειδή αποκαλύπτει την ύπαρξη βασικού και μη βασικού γονέα δηλαδή γονείς δυο ταχυτήτων. Τα παιδιά κατοικούν στην καρδιά των γονιών. Η κατοικία τους είναι συναισθηματική και όχι χωροταξική. Δεν θέλγονται από τους σταθερούς καναπέδες, τους σταθερούς πίνακες και τα σταθερά κρεββάτια αλλά από την συναισθηματική σταθερότητα των γονιών απέναντι τους. Συνεπώς αντιμετωπίζω ως ψευδοεπιχείρημα την άποψη για σταθερή κατοικία του παιδιού και θεωρώ ότι διατυπώνεται εκ του πονηρού αφού ποτέ δεν σήμαινε ούτε το ίσο μοιρασμα της γονικής μέριμνας ούτε το αδιαίρετο της γονικής φροντίδας και επιμέλειας.

Είναι αδιανόητο να επαναδιαπραγματευόμαστε το επίπεδο του κοινωνικού μας πολιτισμού, όταν φτάνουμε στο σημείο να διεκδικούμε το δικαίωμα του παιδιού να έχει ισότιμα, ισόχρονα και ισοδύναμα δύο συνειδητοποιημένους γονείς.

Ή μήπως τελικά δεν έχει;