Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026
Αρχική ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Η διάσπαση προσοχής στην σχολική ηλικία

Η διάσπαση προσοχής στην σχολική ηλικία

41
Κοινοποίηση :

 

Γράφει η Γιάννα Χουρδάκη,ψυχολογος

 

Η διάσπαση προσοχής που συνήθως συνοδεύεται από υπερκινητικότητα είναι ουσιαστικά ένας μηχανισμός απόδρασης από τη δυσάρεστη πραγματικότητα που αναπτύσσει ως άμυνα ένα παιδί, όταν οι συνθήκες γύρω του δημιουργούν αυτή την ανάγκη και όταν φυσικά υπάρχει το αντίστοιχο γενετικό υπόβαθρο, καθώς χωρίς αυτό, η ανάγκη για αμυντικούς μηχανισμούς θα βρει διαφορετική διέξοδο.

Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο πρόβλημα που επηρεάζει καθολικά τη ζωή του παιδιού, αλλά και τη μελλοντική του προοπτική ως ενήλικας. Βιώνεται από το παιδί με δύο βασικούς τρόπους:

Ο πρώτος  αφορά την προσοχή και εκφράζεται με την «ικανότητα» του παιδιού να είναι παρόν σε μια κατάσταση, να κοιτάει το συνομιλητή του στα μάτια, αλλά να μην ακούει αυτά που λέγονται. Μπλοκάρει εντελώς, δηλαδή την εισερχόμενη πληροφορία. Αντίστοιχα, και στο γραπτό λόγο, μπορεί να διαβάζει ένα κείμενο, είτε μεγαλόφωνα είτε σιωπηλά, αλλά να μην «ακούσει» το ίδιο τίποτα από αυτά που διαβάζει.

Ο δεύτερος τρόπος βίωσης του προβλήματος, αφορά την αδυναμία του παιδιού να παραμείνει ήρεμο, ιδιαίτερα όταν η δραστηριότητα με την οποία καταγίνεται δεν το ενδιαφέρει αρκετά. Το παιδί έχει έντονη παρόρμηση να σηκωθεί από τη θέση του, να καταπιαστεί με τα αντικείμενα που βρίσκονται γύρω του ή να ενοχλεί τους συμμαθητές του με διάφορους τρόπους. Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι από ιδιοσυγκρασία είναι άτακτο. Η τάση να συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο είναι πέρα από τη δύναμη του για αυτοέλεγχο, καθώς είναι μια συνεχής εσωτερική όχληση που κάπως καταλαγιάζει όταν το παιδί συμπεριφερθεί με τον παραπάνω δυσπροσαρμοστικό τρόπο.

Από τα παραπάνω είναι εύκολο να κατανοήσουμε ότι ένα παιδί που παρουσιάζει τις παραπάνω δυσκολίες, θα αντιμετωπίσει μαθησιακές αντιξοότητες, γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία απαιτεί και πειθαρχία στους σχολικούς κανόνες που απαιτούν πολύωρη ακινησία στο θρανίο, αλλά και προσοχή σε αυτό που λέγεται στην τάξη ή είναι γραμμένο στο βιβλίο.

Πέρα όμως από τα γνωστικά ζητήματα, το παιδί είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει πρόβλημα με την κοινωνικοποίηση του. Επειδή έχει την τάση να μην πειθαρχεί και επιπλέον να ενοχλεί με πειράγματα τους συμμαθητές, να διακόπτει τους άλλους συστηματικά για να πάρει το λόγο, να πιάνει αντικείμενα που δεν είναι δικά του και γενικά να διαταράσσει όχι μόνο τη μαθησιακή διαδικασία, αλλά και την παρέα, ενδέχεται να αντιμετωπίσει απόρριψη από τον περίγυρο που θα επιφέρει κλονισμό της αυτοεικόνας  του και χαμηλή εκτίμηση για τον εαυτό του.

Επίσης, το συνεχόμενο αίσθημα ανυπομονησίας και βιασύνης που αποτελεί μια πτυχή της υπερκινητικότητας, είναι πολύ πιθανό στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή να οδηγήσει σε επιθετική οδήγηση και αδυναμία του ατόμου να είναι προσεκτικό και υπομονετικό στον τρόπο που οδηγεί, το ποδήλατο, το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο του. Οι περισσότεροι οδηγοί που χαρακτηρίζονται επιθετικοί διακατέχονται από συναίσθημα ανυπομονησίας και βιασύνης και από δυσκολία να περιμένουν.

Οι παραπάνω δυσχέρειες, όπως εύκολα διαπιστώνουν τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί , δεν αντιμετωπίζονται με ποινές. Η τιμωρία, οι φωνές, η επίπληξη και οποιοσδήποτε καταναγκασμός είναι πολύ πιθανότερο να επιδεινώσει την κατάσταση, καθώς όσο το παιδί αντιμετωπίζει δύσκολη καθημερινότητα, τόσο εντείνεται η ανάγκη του να αποδράσει από αυτήν.

Αντίθετα, τα παιδιά με Δ.Ε.Π.Υ. χρειάζονται συστηματική και μακροχρόνια υποστήριξη που θα δομηθεί σε δύο επίπεδα:

Το πρώτο αφορά τη συναισθηματική υποστήριξη. Το παιδί χρειάζεται να νιώθει ότι οι δικοί του το αγαπούν και το αποδέχονται όπως είναι. Ότι είναι σημαντικό για αυτούς και ότι έχουν ανάγκη να περνάνε χρόνο μαζί του για παιχνίδι, μελέτη, οι άλλες δραστηριότητες. Το χτίσιμο αυτοεκτίμησης, που σίγουρα είναι κλονισμένο τόσο από τη μαθησιακή αποτυχία, όσο και από τις δυσκολίες στην κοινωνικοποίηση, βοηθάει το παιδί να μην έχει την ανάγκη να αποδράσει από τον εαυτό του.

Το δεύτερο αφορά βιωματικές ασκήσεις που θα οδηγήσουν σταδιακά το παιδί να μάθει να συγκεντρώνεται, έχοντας ως βασικό άξονα το σώμα. Θα αποκτήσει δηλαδή το παιδί μια νέα σχέση με τον εαυτό του κατά την οποία θα συνηθίσει να λύνει τα προβλήματα στρέφοντας την προσοχή του στο σώμα του και όχι απομακρύνοντας την από αυτή.

Καθώς η διαδικασία αυτή προχωρά, το παιδί διαμορφώνει μια στάση παρατηρητή, μαθαίνει δηλαδή να διαχωρίζει τον εαυτό του από την τάση του για υπερκινητικότητα και με τον τρόπο αυτό μπορεί «δει» τι ακριβώς συμβαίνει μέσα του. Προσωπικά το θεωρώ απαραίτητο να δώσει το παιδί όνομα στο «τερατάκι» που βρίσκεται μέσα του και δεν το αφήνει να ησυχάσει. Με τον τρόπο αυτό γίνεται ευκολότερο να διαχωριστεί από το πρόβλημα και να το παρατηρήσει.

Αυτή η διαδικασία έχει τεράστια θεραπευτική δύναμη, καθώς το παιδί κατανοεί τι ακριβώς συμβαίνει μέσα του, απαραίτητη προϋπόθεση για να ανακτήσει τον έλεγχο του εαυτού του. Δομώντας αυτή τη νέα σχέση με τον εαυτό του, μαθαίνει να ξεκουράζεται διανοητικά και ψυχολογικά με συγκέντρωση στις σωματικές του λειτουργίες, όπως ο χτύπος της καρδιάς, ή δημιουργώντας με τη φαντασία του οραματισμούς, απλούς και εύληπτους για την ηλικία του, που επικεντρώνονται στο σώμα.

Έτσι, σταδιακά έρχεται μια νέα αυτοματοποίηση που παίρνει τη θέση της παλιάς. Όταν δηλαδή, δυσκολεύεται στην καθημερινότητα του, αυτόματα η προσοχή εστιάζεται στο σώμα του, αντί να προσπαθεί να αποδράσει από αυτό. Και αυτό αποτελεί το μεγάλο επίτευγμα πάνω στο οποίο θα θεμελιωθεί η ικανότητα του παιδιού να συγκεντρώνει την προσοχή του όταν χρειάζεται και να νιώθει ήρεμο.

Γιάννα Χουρδάκη, Ψυχολόγος

Ιατρικό Κρήτης, 2ος όροφος, 6947940293

 

Κοινοποίηση :