Η ένταση δεν θα τελειώσει

γράφει ο Κώστας Υφαντής*
*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος υψηλής έντασης στην οποία έχουν εισέλθει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν θα τελειώσει σύντομα. Η όποια εμπιστοσύνη ή καλή διάθεση υπήρχε στην Αθήνα για έναν έντιμο διάλογο με το καθεστώς του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν έχουν εξαντληθεί εδώ και καιρό. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο επίπεδα -ένα γενικό περιφερειακό και ένα ειδικότερο, το ελληνοτουρκικό – στα οποία οφείλουμε να αξιολογήσουμε τη σημερινή κατάσταση. Και στα δύο οι εξελίξεις δεν είναι πρόσφατες, αλλά πάνε πίσω αρκετά χρόνια.

Πρώτα σε ένα γενικότερο επίπεδο, που έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβάνεται η σημερινή κυβερνώσα τουρκική πολιτική ελίτ τον ρόλο και τη θέση της γείτονος στην περιφερειακή αρχιτεκτονική και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Η πολιτική κουλτούρα που έχει κυριαρχήσει στην Αγκυρα θεωρεί ότι η Ιστορία έχει αδικήσει την Τουρκία (και την Οθωμανική Αυτοκρατορία). Η Συνθήκη της Λωζάννης ήταν μια διευθέτηση που ταίριαζε σε ηττημένους και όχι σε νικητές και η ανάταξη αυτής της αδικίας είναι ιστορικό καθήκον.

Η Αγκυρα, με την αυταπάτη της μεγάλης περιφερειακής δύναμης, προσπαθεί να επιβάλει την επιρροή της σε μια περιοχή που ξεκινά ανατολικά από τον Αραβικό Κόλπο και φτάνει δυτικά μέχρι τη Λιβύη και από τον Καύκασο βόρεια μέχρι την υποσαχάρια ανατολική Αφρική νότια. Ο αμερικανικός αναχωρητισμός και η αποστασιοποίηση από τις υποχρεώσεις του εγγυητή των περιφερειακών συσχετισμών και της σταθερότητας επιτρέπει στην Αγκυρα να διαμορφώνει συμφέροντα και να προωθεί προτιμήσεις τοπικού φεουδάρχη. Ετσι προκύπτει και καθίσταται «μπαϊράκι» το μεγαλοϊδεατικό αφήγημα του καθεστώτος Ερντογάν. Ο Πρόεδρος Ερντογάν, υπερβαίνοντας τις παραδοσιακές κεμαλικές ανασφάλειες, έχει την τελευταία δεκαετία εμπλακεί στρατιωτικά στο Ιράκ, στη Συρία, στη Λιβύη και εσχάτως στον Καύκασο. Βεβαίως, πολύ προσεκτικά, χωρίς μεγάλα ρίσκα και ελαχιστοποιώντας όσο είναι δυνατόν τις απώλειες και κυρίως υπολογίζοντας κάθε φορά τις ανοχές των πραγματικά μεγάλων δυνάμεων.

Στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών και του Κυπριακού, η Αγκυρα καταλαβαίνει ότι ο μεγαλοϊδεατισμός της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την ευθυγράμμιση με τις τουρκικές προτιμήσεις της Αθήνας και της Λευκωσίας. Η ένταση και μια σειρά από κρίσεις ξεκίνησαν με την επίσκεψη του Προέδρου Ερντογάν στην Αθήνα το 2017, όταν μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο αμφισβήτησε απροκάλυπτα τη Συνθήκη της Λωζάννης, και με σταθμούς το εκ νέου άνοιγμα της στρόφιγγας των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών το καλοκαίρι του 2019 αμέσως μετά τις εκλογές, την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, που αποτύπωνε χωρίς προσχήματα την τουρκική θέση/απαίτηση ότι τα ελληνικά νησιά δεν είναι δυνατόν να έχουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, την προσπάθεια να αποσταθεροποιηθεί πολιτικά η κυβέρνηση αλλά και η κοινωνική ειρήνη στην Ελλάδα, με την απόπειρα σχεδιασμένης διάτρησης των χερσαίων συνόρων στον Εβρο και σχεδόν ταυτόχρονα την έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του Καστελλόριζου σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Οι σχεδόν 45 ημέρες έντασης, απειλών και εκφοβισμού δεν προσέφεραν απολύτως τίποτε στην Αγκυρα. Με τη γερμανική μεσολάβηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί την επιστροφή της στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών. Αυτό που λέγαμε κάποιοι λίγοι στην Αθήνα, ότι η αποκλιμάκωση, με τους όρους που έγινε, ήταν διπλωματική νίκη της Αθήνας και, αν επιβίωνε, θα έδινε τον απαραίτητο χρόνο στην Ελλάδα να ετοιμαστεί για την επόμενη ένταση/κρίση, χλευάστηκε από αρκετούς, αλλά δυστυχώς το κατάλαβε σχεδόν αμέσως η Αγκυρα. Οπως είπε ο ίδιος ο Πρόεδρος Ερντογάν: «Η Γερμανία και η Γαλλία ήθελαν να διαμεσολαβήσουν για να κερδίσουν χρόνο οι Ελληνες. Αλλά ευτυχώς το καταλάβαμε εγκαίρως. Η Τουρκία είναι σε ισχυρή θέση τώρα. Ο απόπλους του ‘‘Oruc Reis’’ δείχνει την ισχύ μας. Αν δεν είχε ξαναβγεί, θα είχαμε χάσει ό,τι είχαμε κερδίσει». Γι’ αυτό και η επιστροφή στην ένταση ήταν ένα ισχυρότατο ενδεχόμενο.

Η Τουρκία δεν θέλει ούτε διαπραγμάτευση για το Καστελλόριζο ούτε το πλαίσιο των διερευνητικών για το Αιγαίο. Θέλει η Αθήνα να αποδεχθεί ότι το Καστελλόριζο δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της αρχής. Και δεν θέλει να δώσει χρόνο στην Αθήνα, γι’ αυτό και επιθυμεί είτε μια μεγάλη περιφερειακή συνδιάσκεψη με όλα τα θέματα της ανατολικής Μεσογείου στο τραπέζι και «παζάρια» που θα απομονώσουν Αθήνα και Λευκωσία, είτε μια επίσημη διαδικασία συνομιλιών στο υψηλότερο δυνατό πολιτικό επίπεδο.

Η Ελληνική πλευρά οφείλει να είναι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Αθήνα έχει αποφασίσει να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα διπλωματικά. Αν οι κόκκινες γραμμές είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη του Καστελλόριζου και η παραβίασή της, τότε το ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής απομακρύνεται. Η Τουρκία δεν θα παραβιάσει τα χωρικά ύδατα. Θα είναι ευχαριστημένη με τον εγκλωβισμό των νησιών και την de facto «κατοχύρωση» της θέσης της. Προσοχή, όμως! Αν η προτίμηση στη διπλωματία αποδειχθεί ανεπαρκής, τότε η κρίση και η εμπλοκή θα καταστούν αναπόφευκτες όταν, σχεδόν σίγουρα, τα τουρκικά ερευνητικά θα κινηθούν δυτικά. Ο κατευνασμός ποτέ δεν έχει αποτέλεσμα!

REAL.GR