
Γιάννα Χουρδάκη, Ψυχολόγος
Είναι φυσικό για ένα παιδί μικρής ηλικίας να επιθυμεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής. Με τον ερχομό ενός νεότερου μέλους όμως, τα δεδομένα αλλάζουν, η προσοχή και η φροντίδα των γονιών μετατοπίζεται. Το πρωτότοκο παιδί βιώνει αυτή την κατάσταση ως ιδιαίτερα απειλητική, νιώθοντας ότι χάνει την αγάπη των πιο σημαντικών «άλλων». Έτσι, εκδηλώνει ανταγωνιστική ή και επιθετική συμπεριφορά, για ένα χρονικό διάστημα που μπορεί να θεωρηθεί ως περίοδος προσαρμογής, χωρίς να είναι απίθανο αυτό να συνεχιστεί και να καθορίσει μακροπρόθεσμα την αδελφική σχέση.
Άλλες φορές, μπορεί να είναι το δευτερότοκο παιδί αυτό που ζηλεύει, αν αισθάνεται ότι λόγω ηλικίας, φύλου ή για άλλους παράγοντες η αγάπη από τους γονείς κατανέμεται ανισομερώς σε βάρος του. Μπορεί να νιώθει πως αδικείται ζώντας στη σκιά του μεγαλύτερου και να εκδηλώνει ανταγωνιστική συμπεριφορά καθώς προσπαθεί να αποκτήσει ίσα δικαιώματα.
Η αντιζηλία μπορεί ακόμα να οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία του κάθε παιδιού, και να είναι σταθερή ή να παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις, ανάλογα με τα δεδομένα και τις συνθήκες. Ιδιαίτερα, αν ένα παιδί είναι δύσκολο στο χειρισμό του, και δυσχεραίνει την καθημερινότητα των γονιών, μπορεί να παρεμποδίσει τις εκδηλώσεις αγάπης από τη μεριά τους, λόγω του εκνευρισμού που προκαλείται.
Ένας ακόμη λόγος, που συμβάλλει στη δημιουργία ανταγωνιστικών αδελφικών σχέσεων είναι ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη να προβάλουν στον κοντινότερο «άλλο», πτυχές του εαυτού τους με τις οποίες δεν αισθάνονται άνετα ή δυσκολεύονται να αποδεχτούν. Έτσι, τα κοροϊδευτικά σχόλια και οι χαρακτηρισμοί του ενός προς τον άλλο, κρύβουν ανασφάλειες του ίδιου του παιδιού που τα απευθύνει. Αφορούν, δηλαδή, ιδιότητες που το παιδί θεωρεί ότι διαθέτει, αλλά δεν θέλει να τις παραδεχτεί, γιατί πιστεύει ότι ο περίγυρος δεν τις αποδέχεται. Νιώθει την ανάγκη έτσι, να απευθύνει τους αντίστοιχους χαρακτηρισμούς στον άλλο, για να αποποιηθεί με τον τρόπο τα στοιχεία αυτά. Η προβολή είναι ένας μηχανισμός άμυνας που απαντά συχνότατα και στους ενήλικες, πόσο μάλλον σε ένα παιδί που προσπαθεί να προσδιορίσει τον εαυτό του και έχει βαθύτατη ανάγκη να γίνει αρεστό και να κερδίσει την αγάπη των άλλων.
Αντιλαμβανόμαστε επομένως, ότι παρόλο που η αντιζηλία μπορεί να φαίνεται πως έχει να κάνει με το ποιος θα τα καταφέρει καλύτερα στο σχολείο ή στη ζωή, η πραγματική και βαθύτερη αιτία συχνά αφορά τον ανταγωνισμό για την αγάπη των γονιών.
Παρόλο που όλοι οι γονείς διατείνονται ότι αγαπούν τα παιδιά τους στον ίδιο βαθμό, μπορεί η αγάπη τους να επηρεάζεται από παράγοντες που δεν μπορούν να ελέγξουν. Έτσι, αν κάποιο παιδί διαθέτει χαρακτηριστικά που ο γονιός αναγνωρίζει στον εαυτό του ή ακόμα και στο σύντροφό του και δεν τα αποδέχεται ή αντίθετα τα αγαπάει πολύ, τα συναισθήματα του γονιού είναι πολύ πιθανόν να επηρεαστούν, το ίδιο και η συμπεριφορά του. Έτσι, υποσυνείδητα μπορεί ο γονιός να ταυτίζει το παιδί με τον καλό ή τον κακό εαυτό του ή με έναν αγαπημένο ή μισητό σύντροφο και υποσυνείδητα αυτό να επηρεάζει την αγάπη του, γεγονός που το παιδί αναπόφευκτα αντιλαμβάνεται όσο κι αν οι γονείς προσπαθούν να προσποιηθούν για να το καλύψουν. Έτσι τα συναισθήματα αντιζηλίας υποδαυλίζονται.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν ακόμα και τα βιώματα που είχε ο ίδιος ο γονιός ως παιδί, η σχέση με τους δικούς του γονείς και τα αδέλφια του. Επίσης, το πόσο ευχαριστημένος είναι από το γάμο του και τη ζωή του γενικότερα, τη χρονική περίοδο που αποκτά παιδί. Όπως εύκολα αντιλαμβανόμαστε, ένας ευτυχισμένος γονιός μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του αποτελεσματικότερα και να επιστρατεύσει μεγαλύτερα αποθέματα αγάπης στον καθημερινό αγώνα για την ανατροφή των παιδιών. Αντίθετα, η δυστυχία κάνει δύσκολη την καθημερινότητα του γονιού και αυτό αναπόφευκτα θα έχει αντίκτυπο στα παιδιά, αλλά και στην αδελφική σχέση. Τα συναισθήματα και η συμπεριφορά ενός γονιού προς τα παιδιά του επηρεάζουν καθοριστικά τα συναισθήματα του παιδιού τόσο για τον εαυτό του όσο και για τα αδέλφια του.
Παρόλα αυτά, οι διαφωνίες ανάμεσα στα αδέλφια είναι φυσιολογικό να υπάρχουν. Η αδελφική αντιζηλία και οι διαδικασίες που επιστρατεύονται για να επιλυθεί, αποτελούν ένα βιωματικό τρόπο μάθησης στον οποίο θεμελιώνονται σημαντικά στοιχεία της προσωπικής τους ανάπτυξης. Δίνεται η δυνατότητα στα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τα συναισθήματα τους. Μαθαίνουν να τα αναγνωρίζουν, να τα αποδέχονται και να τα εκφράζουν. Ακόμα, καταλαβαίνουν ότι είναι απαραίτητο να σέβονται τη προσωπικότητα, αλλά και το χώρο και τα προσωπικά αντικείμενα των άλλων. Έτσι, δημιουργείται το υπόβαθρο για υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις στην ενήλικη ζωή, γίνονται διεκδικητικά και χτίζουν την αυτοπεποίθηση τους.
Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά διαχειρίζονται τις σχέσεις με τα αδέρφια τους είναι σημαντικός και μπορεί να καθορίσει και τον τρόπο που αργότερα ως ενήλικοι αλληλεπιδρούν τόσο στην προσωπική, όσο και στην επαγγελματική τους ζωή. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να φροντίσει ο γονιός ώστε η αδελφική σχέση να μετατραπεί από πηγή ανταγωνισμού και συγκρούσεων σε πηγή ασφάλειας και χαράς, καλλιεργώντας μια ισχυρή σχέση εγγύτητας που θα συντροφεύει τα παιδιά και στη μετέπειτα ενήλικη ζωή τους.
Για να επιτύχουν το δύσκολο αυτό στόχο οι γονείς, χρειάζεται να δείχνουν τον ίδιο βαθμό ενδιαφέροντος και προσοχής σε όλα τα παιδιά της οικογένειας και να αποτινάξουν ενδεχόμενες λανθασμένες αντιλήψεις, ότι κάποια παιδιά χρειάζονται περισσότερη προσοχή λόγω ηλικίας, ευαισθησίας ή ιδιοσυγκρασίας. Ιδιαίτερα χρειάζεται να αποφύγουν τις «συμμαχίες», υποστηρίζοντας σταθερά ένα παιδί και προσπαθώντας να το προστατεύσουν επειδή το θεωρούν πιο αδύναμο. Οι «τριγωνικές σχέσεις» που δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτούν τις συγκρούσεις, αντί να τις επιλύουν.
Ακόμα, είναι πολύ σημαντικό να καλλιεργηθεί η ομαδικότητα στους κόλπους της οικογένειας. Έτσι τα παιδιά θα κατανοήσουν βιωματικά ότι η ευημερία τους εξαρτάται από την ευημερία των άλλων μελών και ότι ενισχύοντας και υποστηρίζοντας τους άλλους, ενισχύουν και υποστηρίζουν τον εαυτό τους. Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται και η ικανότητα να μοιράζονται, χωρίς να δυσανασχετούν, μαθαίνοντας ότι το μοίρασμα χαρακτηρίζεται από αμοιβαιότητα και ωφελεί και τις δύο πλευρές.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι οι συγκρίσεις θα πρέπει να αποφεύγονται καθώς αποτελούν πλήγμα στην αυτοεκτίμηση του παιδιού, ενδυναμώνουν τη ζήλεια και δεν ωφελούν κανέναν από τους εμπλεκόμενους. Αντίθετα ο έπαινος, βοηθάει τόσο το γονιό όσο και το παιδί να εστιάσουν στις θετικές πλευρές, να τις ενισχύσουν και να αποδυναμώσουν τις αρνητικές.








