Για μια Ελλάδα νέα

Του Ανδρέα Μήλιου

Παρά τη δεκαετή κρίση και τη χρεοκοπία του 2012, η χώρα δεν θέλησε να κοιτάξει κατάματα τη νέα διεθνή πραγματικότητα, να  δει την κρίση ως ευκαιρία και να εξοβελίσει τις δομικές της αδυναμίες. Οι κυβερνήσεις των ετών 2009 -2019, έμφορτες με παλαιοκομματικά γονίδια, υπηρέτησαν ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό σύστημα που χαρακτηριζόταν από καταδικασμένες  κομματικές συμπεριφορές και συντηρητικά ή ψευδοπροοδευτικά χαρακτηριστικά. Ένα μοντέλο που συνέχισε να θρέφει ένα σαθρό παραγωγικό σύστημα, χωρίς ευσταθή θεμέλια,  όραμα, στόχους και προοπτικές∙ που βασίστηκε στις περικοπές συντάξεων και κοινωνικών παροχών, στην υπερφορολόγηση φυσικών και νομικών προσώπων, στην επιδότηση της ανεργίας αντί της εργασίας∙ που στάθηκε ανίκανο να συλλάβει τη φοροδιαφυγή, να προωθήσει πρωτοποριακά αναπτυξιακά σχέδια, να εκσυγχρονίσει το δυσκίνητο Κράτος και τους θεσμούς του και να εκπονήσει φιλικά σχέδια για ανάπτυξη της  επιχειρηματικότητας.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα την πενταετία της διακυβέρνησης από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αφού, εκτός των άλλων, επιχειρήθηκε και μια κυνική αλλοίωση της λειτουργίας του πολιτεύματος και των δημοκρατικών θεσμών. Η δυσοσμία των απόνερων αυτής της πενταετίας, που αναδύεται καθημερινά το τελευταίο διάστημα (υπόθεση Παπαγγελόπουλου, διαγωνισμός  παραχώρησης τηλεοπτικών συχνοτήτων, πυρκαγιά στο Μάτι, κ.α.), είναι αποπνικτική και παραπέμπει σε αποκρουστικές  συμπεριφορές των ανθρώπων της εξουσίας.

Ευτυχώς, η εκφυλιστική πορεία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημόσιας ζωής ανακόπηκε πριν από ένα χρόνο, με την ανάληψη της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία. Με τις πρώτες κινήσεις του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε να αποποιείται τα παραδοσιακά παλαιοκομματικά πρότυπα διακυβέρνησης και να φέρνει φρέσκο αέρα στην πολιτική πρακτική. Σχημάτισε κυβέρνηση με εξωκοινοβουλευτικούς και  τεχνοκράτες, αξιοποίησε σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις στελέχη από τον ευρύτερο Κεντροδεξιό χώρο, επιζήτησε τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση στη εκλογή της Προέδρου της Δημοκρατίας και ανέλαβε προσωπικά το βάρος των ξένων επενδύσεων,  διεξάγοντας αναρίθμητες συνομιλίες με ξένους επενδυτές.

Ωστόσο, για τη μεταμόρφωση της χώρας απομένει να γίνουν πολλά, σε επίπεδο υποδομών, παραγωγής,  υπηρεσιών, τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, δικτύων διανομής/διακίνησης (logistics), προβολής της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό και οργάνωσης και αποτελεσματικότητας του Δημοσίου και των θεσμών. Τα 72 δισ. της πρόσφατης συμφωνίας που θα εισρεύσουν από τα ταμεία της Ε.Ε., εάν αξιοποιηθούν κατάλληλα, είναι αρκετά για να αποτινάξει επιτέλους η χώρα από πάνω της τα νεοοθωμανικά και βαλκανικά της χαρακτηριστικά, να εκσυγχρονιστεί και να αλλάξει αλλάξει επίπεδο.

Οι ελληνικές και ξένες επενδύσεις που μπήκαν σε τροχιά υλοποίησης  το τελευταίο διάστημα και αφορούν στην εκτέλεση μεγάλων επενδυτικών προγραμμάτων και  στη δημιουργία κέντρων ψηφιακών ερευνών και θυλάκων ανάπτυξης καινοτομίας και εκθετικών τεχνολογιών δείχνουν το σωστό δρόμο. Ειδικά οι επενδύσεις στους τομείς αιχμής θα προκαλέσουν τεράστια κύματα σε όλα τα επίπεδα της οικονομίας, θα παράγουν εξωστρέφεια και  θα ισχυροποιήσουν το brand name της χώρας στη διεθνή σκηνή. Η ενίσχυση της  εθνικής εικόνας της χώρας θα έχει, με τη σειρά της, ως απότοκο αποτέλεσμα την ακύρωση   της επικρατούσας εικόνας του επαρχιωτισμού και τη σμίλευση  εθνικής ταυτότητας διεθνικότητας και εκσυγχρονισμού.

Είναι βέβαιο πως οι επενδύσεις που εξαγγέλθηκαν ή υλοποιούνται  τελευταία σε διάφορες πόλεις της χώρας, όπως το Κέντρο Ψηφιακών Ερευνών της Pfizer, το Πρότυπο Κέντρο Καινοτομίας της Deloitte και  τα Κέντρα Καινοτομίας των γερμανικών εταιρειών Prodyna και Noris στη Θεσ/νίκη, Το Κέντρο  Καινοτομίας της Microsoft και το Κέντρο Τεχνολογιών (Tech Hub) της Cisco στην Αθήνα, τα Κέντρα Έρευνας και Τεχνολογίας των γερμανικών εταιρειών Team Viewer και Personal & Informatik A.G. στα Ιωάννινα, καθώς και τα ήδη λειτουργούντα Κέντρο Καινοτομίας της Πάτρας και Κέντρο Τεχνολογικής Έρευνας της Κρήτης θα δώσουν καταλυτική ώθηση στη βελτίωση της εθνικής  εικόνας της χώρας.

Όμως, ούτε αυτό θα είναι αρκετό εάν δεν υπάρξει ριζική τροποποίηση του βασικού προτύπου λειτουργίας του οικονομικού μοντέλου της χώρας που να  περιλαμβάνει: αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου προς την κατεύθυνση παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων και επώνυμων (brands) προϊόντων/υπηρεσιών, αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό του αγροδιατροφικού τομέα, επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με στόχο την εθνική αυτονομία, ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, επανίδρυση των θεσμικών οργάνων, επανασχεδιασμό της εκπαίδευσης και σύνδεσής της με την αγορά, σύλληψη της φοροδιαφυγής και  επανασχεδιασμό του συνταξιοδοτικού συστήματος στη βάση των τριών πυλώνων.

Τα 72 δισ. που θα εισρεύσουν την επόμενη εξαετία στη χώρα είναι, ίσως, η τελευταία ευκαιρία για εκσυγχρονιστική επαναθεμελίωσή της. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα έχουμε  απρόσμενες γεωπολιτικές εξελίξεις.

* Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτωρ του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, οικονομολόγος. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Εταιρική ταυτότητα και εικόνα” που

CAPITAL