
γράφει ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης*
*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προχώρησε σε έναν πρωτοφανή βηματισμό πολιτικής πράξης, που ουδείς προκάτοχός του τόλμησε στη μακραίωνη διαδρομή ύπαρξης της τουρκικής κρατικής οντότητας. Μετατρέποντας, κατά ταύτα, την Αγία Σοφία, το λαμπρό δημιούργημα των βυζαντινών, σύμβολο των απανταχού χριστιανών ορθοδόξων και μη, παγκοσμίου αίγλης μνημείο πολιτισμού, σε τζαμί, ο Τούρκος Πρόεδρος επιχειρεί (πέρα από το να υπονομεύσει την ίδια την υπόστασή του ως έργου και μνημείου που βρίσκεται υπεράνω πολιτικών, ανθρώπινων δοξασιών και υλιστικών αντιλήψεων πολιτικής πραγματικότητας) τη δημιουργία ενός rally effect συσπείρωσης των απανταχού μουσουλμάνων Τούρκων γύρω από το πρόσωπο του ηγέτη, δεδομένης της ταύτισης της εθνικής ταυτότητας των τουρκικών πληθυσμών με τον μουσουλμανισμό.
Η ως άνω τακτική κίνηση συνιστά προδήλως μέρος της στρατηγικής στόχευσης του Ερντογάν να προβάλει την εικόνα του ηγέτη που εκπροσωπεί και εκφράζει τον απανταχού μουσουλμανισμό και δη αυτόν της σουνιτικής διάστασής του, ενώ ταυτόχρονα στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς όλους, εχθρούς και φίλους, πως η πολιτική και στρατηγική παρουσία της σημερινής Τουρκίας υπό την ηγεσία του δεν επιδέχεται καμιά παρέμβαση από κανέναν, ανεξαρτήτως ισχύος και πολιτικής επιρροής στο πεδίο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.
Σε τακτικό επίπεδο κινήσεων, ο Τούρκος Πρόεδρος με την απόφασή του αυτή επιχειρεί την εσωτερική υπέρβαση συσσωρευμένων προβλημάτων, κοινωνικών και οικονομικών αντιθέσεων, καθώς και την περαιτέρω εγκαθίδρυση και εμπέδωση ενός ερντογανικού οικοδομήματος μονοκρατικής κατά ταύτα υφής, το οποίο προόρισθαι στο να υποκαταστήσει σε απόλυτο βαθμό την κεμαλική ιδεολογική και φιλοσοφική παράδοση του τουρκικού κράτους.
Δεδομένου, δε, πως οι τουρκικές ηγεσίες διαχρονικά αποδίδουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα σε σημειολογικές αναφορές, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Τούρκος Πρόεδρος αποφάσισε την πραγματοποίηση της πρώτης προσευχής των μουσουλμάνων πιστών στην Αγία Σοφία κατά την 24η Ιουλίου, ημερομηνία που παραπέμπει στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και κατ’ επέκταση στον Κεμάλ Ατατούρκ και στην εγκαθίδρυση ενός επιδιωκόμενου, διακηρυγμένου, αλλά ουδέποτε σε όλες του τις διαστάσεις υλοποιηθέντος κοσμικού κράτους.
Το κοσμικό κράτος για τον Κεμάλ παρέπεμπε στον δυτικό προσανατολισμό της Τουρκίας ως κοινωνική παρουσία, γραφή και εμφάνιση, απαλλαγμένη από τα παρωχημένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, χωρίς όμως αυτή η δυτικοποιημένη παράσταση να εμπεριέχει και το δημοκρατικό γίγνεσθαι που εκφράζει την πεμπτουσία της δυτικής, ευρωπαϊκής πολιτικής και πολιτιστικής τάξης πραγμάτων. Τούτο γιατί, όπως πραγματιστικά δήλωνε ο ίδιος ο Κεμάλ, «εάν εφαρμοστεί δημοκρατία στην Τουρκία, η χώρα θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη». Αυτό παρέπεμπε τότε, όπως και σήμερα, στην ύπαρξη εθνοτήτων και μειονοτήτων, διεκδικούντων δικαιώματα, ελευθερίες και εθνική αυτονομία, όπως επίσης και στο γεγονός πως η Τουρκία δεν διέθετε καμιά δημοκρατική παράδοση που να είναι σε θέση να στηρίξει ένα δημοκρατικό εγχείρημα. Χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα αυτού, μετά την εξόντωση σειράς εθνοτικών ομάδων, μεταξύ των οποίων των Ελλήνων και των Αρμενίων, συνιστά το κουρδικό στοιχείο, του οποίου η δυναμική παρουσία είναι πανταχόθεν εμφανής.
Υπενθυμίζεται εν προκειμένω πως η μοναδική απόπειρα δημοκρατικοποίησης του συστήματος στην Τουρκία τη δεκαετία του 1960 οδήγησε τη χώρα σε εμφυλιοπολεμικές συνθήκες ενός πολέμου όλων εναντίον όλων, όπερ και έφερε την παρέμβαση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, επαναφέροντας τη χώρα σε μια τάξη κρατικής επιβολής και αποτρέποντας τοιουτοτρόπως τη διάλυση του κράτους.
Η εγγενής εν προκειμένω αδυναμία δημοκρατικοποίησης της Τουρκίας, που συνιστά δομικό στοιχείο του πολιτικού της συστήματος, θα έπρεπε, γνωστών των ανωτέρω δεδομένων, να καθόριζε και την ελληνική στρατηγική απέναντι σε μια κρατική οντότητα, της οποίας αυτή η εγγενής αδυναμία δημοκρατικής μετεξέλιξης και οικοδόμησης κράτους δικαίου ήταν τόσο γνωστή όσο και δεδομένη, όπερ και διεδήλωνε ότι, τούτου δοθέντος, δεν θα της επιτρεπόταν ποτέ να αποπειραθεί επιτυχώς μια ένταξη στην Ε.Ε.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική κινείται εδώ και δεκαετίες χωρίς την πυξίδα της γνώσης των δομών, λειτουργιών και στρατηγικών προσανατολισμών της τουρκικής κρατικής οντότητας, θέτοντας επιδερμικά ερωτήματα που δεν απηχούν την τουρκική πραγματικότητα, όπως π.χ. αν συμφέρει την Ελλάδα μια Τουρκία σε ευρωπαϊκή τροχιά ή μια Τουρκία απομονωμένη, χωρίς να τίθεται το ουσιώδες ερώτημα εάν ο τουρκικός παράγων είναι σε θέση πολιτικά, πολιτισμικά και φιλοσοφικά να υιοθετήσει ποτέ δομές και λειτουργίες που απηχούν τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό.
Σήμερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα καλείται εκ των διαδραματισθέντων γεγονότων και των υφισταμένων συνθηκών να συνειδητοποιήσει ότι η διαρκώς εκδηλούμενη τουρκική επιθετικότητα και ο διακηρυγμένος αναθεωρητισμός συνιστούν δομικά στοιχεία του τουρκικού κράτους, τα οποία δύνανται να αποτραπούν μόνο με τη χάραξη στρατηγικής πολιτικής αποτρεπτικής ισχύος, που να είναι σε θέση να επιφέρει κόστος στον τουρκικό παράγοντα, πριν προβεί σε κινήσεις εις βάρος της εθνικής εν γένει ακεραιότητας, καθώς και των συμφερόντων της χώρας.
Η κατά τα ανωτέρω αποτρεπτική πολιτική πρόκλησης κόστους στην Τουρκία έχει τότε και μόνο νόημα εάν επέλθει πριν από την όποια εκδήλωση της τουρκικής αναθεωρητικής επιθετικότητας και όχι a posteriori, ενώ επ’ ουδενί μια τέτοια πολιτική δεν θα σήμαινε επιθετική ενέργεια της Ελλάδος, αλλά αντιθέτως συνιστά υποχρέωση υπεράσπισης εθνικής κυριαρχίας, δικαιωμάτων, ελευθεριών, ιστορίας και πολιτισμού της εν γένει πορείας του ελληνικού κράτους στην ιστορική διαδρομή του παρόντος και του μέλλοντος.
REAL.GR
Ακολουθήστε το Entospolis στο Facebook






