
γράφει η Γιάννα Χουρδάκη-Ψυχολόγος
Ο άνθρωπος είναι «φύσει κοινωνικό ον», έλεγε ο Αριστοτέλης. Η οργάνωση σε ομάδες έχει εξελικτική αξία γιατί ευνοεί την επιβίωση. Η ομαδικότητα και η συνεργασία αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής και αυξάνουν τις πιθανότητες ευημερίας. Φυσικό, επομένως, είναι ο άνθρωπος να μη νιώθει άνετα όταν είναι μόνος και για αυτό και η μοναχική ζωή συνοδεύεται από δύσκολα συναισθήματα, από μια αίσθηση απειλής και κινδύνου, ιδιαίτερα για τα άτομα που είναι περισσότερο ευάλωτα. Ο άνθρωπος αναζητά να απολαμβάνει τη συντροφικότητα και συχνά καταβάλει συστηματικές προσπάθειες να γεμίζει τις ώρες μοναξιάς για να μη νιώθει την απειλή της απουσίας και της εγκατάλειψης. Σαν να αγγίζει σε παλιά τραύματα, η έλλειψη συντροφιάς γίνεται ανεξήγητα επώδυνη…
Παρόλα αυτά, κάθε εποχή διαμορφώνει ένα διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο που ευνοεί τη μοναξιά λιγότερο ή περισσότερο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στις μέρες μας όμως, υπάρχει ένα προφανές παράδοξο. Την εποχή της εύκολης δικτύωσης και των εύκολα διαθέσιμων κοινωνικών ιστών, οι άνθρωποι είναι περισσότερο μόνοι από ποτέ. Όλα τα νέα μέσα κοινωνικοποίησης θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρνουν τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα: ενισχύουν τη συνειδητοποίηση της μοναξιάς και τη φέρνουν διαρκώς στο προσκήνιο. Οι άνθρωποι επειδή διαθέτουν μια έξυπνη συσκευή μπορούν να μετρούν likes και followers, μετρώντας έτσι την ασφάλεια και την αξία τους. Τα επιτεύγματα όμως αυτά αποδεικνύονται ανεπαρκή για να καλύψουν την ανασφάλεια και τη μοναξιά τους.
Ο κόσμος βρίθει από ανθρώπους που διψούν να συνδεθούν ουσιαστικά με τους άλλους. Μια ανάγκη που ουρλιάζει μέσα τους, αλλά θάβεται πίσω από τα προσχήματα, δεν αποκαλύπτεται και δεν επικοινωνείται, συνοδεύεται από επιφυλακτικότητα και καχυποψία και από μία αξιοσημείωτη ετοιμότητα να απορρίψουμε τους άλλους γύρω μας, το ίδιο εύκολα που απορρίπτουμε και τον εαυτό μας. Έτσι, ενώ τόσοι άνθρωποι έχουν ανάγκη από συντροφικότητα, παραδόξως παραμένουν μόνοι, σαν να μην τολμούν να διεκδικήσουν την κάλυψη αυτής της ανάγκης. Ένα αίσθημα αποξένωσης, αποκοπής και αβεβαιότητας χαρακτηρίζει το σύγχρονο τρόπο ζωής. Είναι το τίμημα της ανωνυμίας των πόλεων, της προσωπικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας που αντικατέστησε την ασφυκτική συνεκτικότητα παλαιότερων κοινωνιών; Φταίει το ότι ο άνθρωπος έχει αποκτήσει μια επιφανειακή αυτάρκεια βυθισμένος στον κυβερνοχώρο και αποστασιοποιημένος από το διπλανό του;
Μόνοι μέσα σε χιλιάδες… Πως δικαιολογείται αυτή η παραδοξότητα; Έχουμε ανάγκη να είμαστε περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους τόσο φυσικά όσο και συναισθηματικά, σαν να θέλουμε πάσει θυσία να αποφύγουμε να συνειδητοποιήσουμε κάποια οδυνηρή αλήθεια, σαν η επίγνωση της μοναξιάς μας να ρίχνει μια βαριά σκιά πάνω στην ύπαρξή μας. Έτσι περιτρυγυριζόμαστε διαρκώς από σημαντικούς άλλους, αλλά το συναίσθημα μίας επώδυνης μοναξιάς καραδοκεί ανελέητο. Όταν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο μαζί τους αλλά και όταν φεύγουν, όταν κλείνουμε το τηλέφωνο, όταν μία έξοδος φτάνει στο τέλος της, όταν χωρίζουμε από τον ερωτικό μας σύντροφο, τότε αναρωτιόμαστε τι απομένει… Ποιοι είμαστε χωρίς τους άλλους; Τι σηματοδοτεί αυτή η απογύμνωση από το ρόλο του συντρόφου, του φίλου, του γονιού και πώς η συνειδητοποίηση της μπορεί να φαντάζει λιγότερο τρομακτική και περισσότερο δημιουργική;
Τι μπορούμε να κάνουμε;
Να επανασυνδεθούμε με τον εαυτό μας και με τις σχέσεις μας. Η ενδοσκόπηση και η αυτογνωσία, βοηθούν στην πλήρωση αυτού του κενού στο να γνωρίσουμε τους φόβους, τα θέλω, τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας. Η επανασύνδεση με τον εαυτό μας, με μια κρυφή εσωτερική διάσταση στην οποία νιώθουμε ένα αίσθημα συγχώνευσης, όμοιο με το αίσθημα που βιώνει το έμβρυο στην κοιλιά της μητέρας, η επανάκτηση της αίσθησης ότι είμαστε ασφαλείς, είμαστε στην αρχέγονη «εστία» μας. Η στροφή προς τα μέσα μπορεί να ισορροπήσει την πορεία μας προς τα έξω και όχι το αντίστροφο. Δεν μπορεί ο εκάστοτε σύντροφος να καλύψει τα κενά μας, αλλά αντίστροφα, η κάλυψη του εσωτερικού κενού μπορεί να οδηγήσει σε μια επιτυχημένη συντροφική σχέση.
Οι περισσότεροι δημιουργούν επιφανειακούς δεσμούς και σχέσεις χωρίς αληθινή αξία. Έχουμε υποβιβάσει τις σχέσεις στο επίπεδο της συναλλαγής. Για να είσαι φίλος, σύντροφος ή συνεργάτης, πρέπει να ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες μου, διαφορετικά θα αναζητήσω νέα πρόσωπα στη ζωή μου. Αγαπώ την καλύτερη φίλη μου, αλλά αν εκείνη ξαφνικά αλλάξει, τότε θα πάψω να την αγαπώ. Τα διαζύγια και η θεαματική άνοδος που σημειώνουν είναι συνυποδηλωτικά αυτής της ρηχότητας που διέπει όλα τα πεδία του σχετίζεσθαι. Οι σχέσεις σήμερα είναι περισσότερο εύκολες και για αυτό πιο επιφανειακές. Θα νιώθαμε χωρίς αμφιβολία λιγότερο μόνοι εάν δενόμασταν βαθύτερα και πιο ουσιαστικά, αν δίναμε προτεραιότητα στο εμείς και όχι το εγώ και αν η αγάπη μας θεμιελιωνόταν πάνω στην αποδοχή και όχι στην απόρριψη, αν οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα των αξιών μας.
Προϋπόθεση για τα παραπάνω όμως είναι και θα παραμένει πάντα η αυτογνωσία. Το ταξίδι είναι εσωτερικό και το πεδίο μάχης είναι πάντα ο εαυτός μας. Πώς να συμφιλιωθώ με το διπλανό αν παλεύω με τον εαυτό μου; Πώς να δώσω αξία στο συνάνθρωπο αν υποφέρω από το βαρύ φορτίο της αυτοαπόρριψης; Αν ο άνθρωπος μπορούσε να αγαπήσει τον εαυτό του δε θα υπέφερε από την απουσία του άλλου. Δε θα είχε ανάγκη από την επιβεβαίωση και την έγκριση του διπλανού για να έχει λόγο ύπαρξης. Δε θα ζητούσε την επιβράβευση των άλλων για να καλύψει τα κενά του και να μπορέσει να πάει παραπέρα. Έχοντας αποδεχτεί όλα τα κομμάτια του, ολοκληρωμένος και ακέραιος, όχι τέλειος, αλλά έχοντας συμφιλιωθεί με την ατελή του φύση, θα έκανε τις πιο υγιείς σχέσεις. Όταν δεν έχω ανάγκη να πάρω, τότε μπορώ να δώσω, τότε μετατρέπομαι από ζητιάνο σε βασιλιά. Δε ζητώ συναισθηματική ελεημοσύνη, δεν εξαρτώμαι, δεν είμαι καχύποπτος, δε βιάζομαι να απορρίψω. Αποδέχομαι τις ελλείψεις των άλλων, γιατί έχω αποδεχτεί τις δικές μου. Δεν έχω ανάγκη να αρπάξω, ούτε να απομυζήσω τον άλλο, η αγάπη μου του εαυτού μου ξεχειλίζει και έχω περίσσευμα, θέλω να δώσω.
Το ταξίδι της αυτογνωσίας που οδηγεί στην αυτοαποδοχή, είναι έργο ζωής που θέλει κουράγιο και δύναμη να κοιτάξει κάποιος μέσα του χωρίς να φοβηθεί με αυτό που θα αντικρύσει. Να μην κρύβει τις ανεπιθύμητες πλευρές του στη σκιά, γιατί αυτές θα επαναστατήσουν και θα αντεπιτεθούν. Όσα αρνούμαι και έχω καταδικάσει στο σκοτάδι, αν βρω το κουράγιο να τα φέρω στο φως, θα πάψω να τα αντιμάχομαι και θα συμφιλιωθώ μαζί τους, αναγνωρίζοντας ότι η τελειότητα είναι μια διανοητική κατασκευή που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και πολύ περισσότερο με την ανθρώπινη φύση. Οι «ατέλειές» μου μετατρέπονται έτσι σε πολύτιμα εργαλεία αυτογνωσίας και θεραπείας και όχι σε αφορμές για αυτοκατάκριση και οδυνηρή αυτοαπόρριψη. Και όταν αποδεχτούμε ένα ένα τα κομμάτια που πριν απορρίπταμε, δε νιώθουμε πια μόνοι και αποκομμένοι, αλλά ακέραιοι και πλήρεις.









