Το φάντασμα της ανεργίας και οι νέοι

γράφει ο Χαράλαμπος Γκότσης*
*Καθηγητής Οικονομικών, τ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Παρακολουθούμε τελευταία στον δημόσιο διάλογο μια άχαρη συζήτηση για το ποσοστό της ανεργίας στη χώρα μας. Εχει κανείς την εντύπωση ότι το πρόβλημα βρίσκεται στα άψυχα νούμερα και όχι στο περιεχόμενό τους. Ε, λοιπόν, ας το καταλάβουμε! Για κάποιον που είναι άνεργος, η ανεργία είναι 100%. Ανεξάρτητα αν είναι νέος, μεγαλύτερος, άνδρας ή γυναίκα. Ο νέος βλέπει τη ζωή του να προχωρά, τα όνειρα που έκανε μετά από εξαιρετικές σπουδές να ακυρώνονται και να μένει στα αζήτητα, θέτοντας και υπαρξιακά ερωτήματα του τύπου «Μήπως δεν αξίζω; Μήπως έκανα λάθος ακολουθώντας την προτροπή ‘‘μάθε, παιδί μου, γράμματα’’» των υπέροχων Ελλήνων γονέων, που θυσιάζουν τα πάντα για τα παιδιά τους; Ο πενηντάρης, που του έλαχε να ζήσει την εμπειρία της απόλυσης, βλέπει τον χρόνο να στερεύει και τις ελπίδες του για επανένταξη να μειώνονται δραστικά. Τελευταία, μπήκε και η σφραγίδα της Στατιστικής Υπηρεσίας σε ένα μεγάλο μέρος από αυτούς, υπολογίζοντάς τους στους οικονομικά ανενεργούς, αφού δεν κατάφεραν να βρουν μετά από χρόνια κάποια απασχόληση, ωσάν να ευθύνονται αυτοί για τη δεκαετή κρίση που πέρασε η χώρα μας. Κατατάσσονται, δηλαδή, στους αδρανείς πολίτες! Μπράβο μας! Αυτό σημαίνει πρόοδος, εκσυγχρονισμός, νέα εποχή! Και μετά απορούμε γιατί οι πολίτες έχουν γυρίσει την πλάτη στους πολιτικούς, στους τεχνοκράτες, στους πνευματικούς ανθρώπους, σε όλους εμάς που λαμβάνουμε ή συμβουλεύουμε στη λήψη αποφάσεων που αφορούν στο μέλλον τους.

Η συζήτηση, συνεπώς, γύρω από το ακριβές ποσοστό ανέργων στην Ελλάδα, όπως γίνεται, και αδιέξοδη είναι, αλλά και αντιπαραγωγική. Ενα είναι βέβαιο, ότι ποσοστά ανεργίας των 15%, 20%, 25% σε μια χώρα παραπέμπουν σε μεγάλα και χρονίζοντα διαρθρωτικά προβλήματα. Μεγάλο μέρος του σημαντικότερου παραγωγικού συντελεστή που είναι η εργασία παραμένει ανεκμετάλλευτο με τεράστιες συνέπειες, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό. Ετσι και οι πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας δεν μπορεί να είναι άλλες από εκείνες που επιβάλλεται να εφαρμόζονται για την ανάσχεση της ύφεσης, καθώς και την ενίσχυση μιας διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Οι πρώτες αναφέρονται σε μέτρα συγκυριακού, βραχυχρόνιου χαρακτήρα περιορισμού της ύφεσης, τα οποία θα μετριάσουν τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης και στον τομέα της απασχόλησης. Η συνταγή είναι απλή και εφαρμόζεται αυτή την εποχή σε όλες τις χώρες, ανεξάρτητα από την ιδεολογική κατεύθυνση της κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία. Είναι σαφές ότι το πρόβλημα δημιουργείται από την ανεπάρκεια της ζήτησης. Ετσι, σε μια οικονομία που η ανεργία αυξάνεται ραγδαία, τα εισοδήματα μειώνονται λόγω εφαρμογής πολιτικών μειωμένης απασχόλησης και οι επιχειρήσεις αναβάλλουν τις όποιες επενδύσεις σχεδίαζαν, καθώς ακόμη κυριαρχεί ο φόβος για το αβέβαιο αύριο, εμφανίζεται πάντα ένα μεγάλο κενό στην πλευρά της ζήτησης. Αυτό το κενό καλείται το κράτος να καλύψει με δαπάνες του και γι` αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε τόσο σημαντικές αποφάσεις χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρηματοδοτεί αφειδώς όλες τις χώρες χωρίς εξαίρεση. Ακόμη και το πάντα συντηρητικό ΔΝΤ διά της γενικής διευθύντριάς του Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα διαμηνύει προς «όλες τις χώρες να ξοδέψουν όσο περισσότερα μπορούν». Γιατί; Επειδή βλέπει ότι η ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι τόσο βαθιά, πάνω από 5% την υπολογίζει, που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες σε πολλούς τομείς. Αυτές ακριβώς τις ανεπανόρθωτες βλάβες οφείλουν τα κράτη να αποτρέψουν.

Στη χώρα μας, η κυβέρνηση αντέδρασε στην επερχόμενη λαίλαπα με μια σειρά από μέτρα, με στόχο τη στήριξη των επιχειρήσεων και τον περιορισμό των απολύσεων. Το κόστος των εξαγγελθέντων κατά καιρούς μέτρων αναφέρεται ότι θα φθάσει τα 24 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτά, όμως, αποτελούν αναστολές πληρωμών, φόρων, εισφορών, εγγυήσεων τραπεζικών δανείων, μοχλεύσεις. Οι καθαρές εκταμιεύσεις του Δημοσίου προς επιχειρήσεις, εργαζομένους και κοινωνικές ομάδες μέχρι τον Μάιο εκτιμάται ότι ανήλθαν περί τα 6 δισ., υπολογίζονται, δε, να προσεγγίσουν τα 10 δισ. μέχρι το τέλος του έτους.

Το εύλογο ερώτημα είναι: Αρκούν αυτά τα ποσά να ανακόψουν την ορμή στην καθοδική πορεία που έχει πάρει η οικονομική δραστηριότητα; Φυσικά και όχι. Η οικονομία χρειάζεται νέο χρήμα, ικανό να ενισχύσει άμεσα τη ζήτηση με μεταβιβαστικές πληρωμές προς τα νοικοκυριά, όπως επίσης και να στηρίξει τις επιχειρήσεις, οι οποίες πριν από την εμφάνιση του υγειονομικού προβλήματος είχαν υγιή θεμελιώδη. Αυτό θα πρέπει να διοχετευτεί είτε μέσω τραπεζικού δανεισμού με την εγγύηση του Δημοσίου, είτε ακόμη και με επιχορηγήσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κάθε καθυστέρηση βαθαίνει την ύφεση, αυξάνει τον αριθμό των πτωχεύσεων και απολύσεων -υπολογίζονται στις 50. 000 ανά εκατοστό ύφεσης-, ενώ μειώνει τα έσοδα του κράτους. Στόχος, συνεπώς, της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η διάσωση όσο περισσότερων επιχειρήσεων και ταυτόχρονα περισσότερων θέσεων εργασίας. Η υλοποίηση, εξάλλου, ενός γενναίου προγράμματος μικρών δημόσιων έργων άμεσης εκτέλεσης θα διευκολύνει τόσο στον περιορισμό της ανεργίας, όσο και στη γρήγορη αναθέρμανση της οικονομίας, λόγω του υψηλού δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή. Κεφάλαια για την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής μπορούν να διατεθούν από τους υπάρχοντες εθνικούς πόρους.

Μακροπρόθεσμα οι προοπτικές που διαγράφονται είναι πολύ ευνοϊκότερες, κυρίως μετά την εξαγγελία του πακέτου των 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης από την πρόεδρο της Επιτροπής. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχουμε ανατροπές στο αρχικό σχέδιο, παρέχεται στη χώρα μας μια σημαντική ευκαιρία αναμόρφωσης του παρωχημένου οικονομικού προτύπου της. Ακολουθώντας τις απαιτήσεις εκ μέρους της Επιτροπής για την εκταμίευση των χρημάτων, που είναι η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων καθώς και η προσαρμογή των επενδυτικών μας προτάσεων στις βασικές της επιλογές, θα βρεθούμε στη σωστή πορεία.

Οι κεντρικές κατευθύνσεις απαιτούν την ενσωμάτωση της νέας γνώσης και της τεχνολογίας σε όλα τα επίπεδα. Η χώρα μας διαθέτει ευτυχώς ένα καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ικανό να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις ακόμη και ενός άκρως ανταγωνιστικού περιβάλλοντος όπως διαμορφώνεται στην Ευρώπη του μέλλοντος. Αρκεί το πολιτικό σύστημα και η κρατική μηχανή αυτή τη φορά να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, να κάνουν το χρέος τους προς τη νέα γενιά και να διαχειριστούν με αποτελεσματικότητα, διαφάνεια και υπευθυνότητα τη μεγάλη αυτή ευκαιρία, που είναι ικανή να κατατάξει τη χώρα μας στην ομάδα των προνομιούχων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται όχι μόνο για τις ευκαιρίες που θα προσφερθούν στους νέους μας να βρουν καλές δουλειές στον τόπο τους, αλλά και σε θέματα εθνικής πολιτικής.

REAL.GR