Η θεία μου η Χ., η αδελφή του πατέρα μου, ήταν πληθωρικός άνθρωπος , αυτό που λέμε large στη σύγχρονη ελληνική. Πληθωρική στα αισθήματα, στην αγκαλιά, στο γέλιο, στις φωνές, στα κιλά, στα φαγητά , στα γλυκά , στα κεντήματα, στα υφαντά. Ψυχή στις παρέες της. Νοικοκυρά από τις λίγες, μαγείρισσα μοναδική (γάμος δεν γίνονταν και να μην είχε το γενικό πρόσταγμα στα μαγειρέματα), υφάντρα των προικιών μας. Τίποτα μέτριο δεν ήθελε για μας! Τα καλύτερα! Πριγκίπισσες ήμασταν οι κόρες της κι οι ανιψιές της .
Γελούσε και γελούσαν και τα μάτια της, κι άνοιγε η καρδιά της, μα κι όταν μας μάλωνε δεν σήκωνε πολλά πολλά. Σούζα στεκόμασταν όλες μας! Με τα κορίτσια της , τις ξαδέλφες μου, πέρασα τα πρώτα βράδια ξενυχτιού με κοριτσοκουβέντες και μυστικά… Οι μνήμες των παιδικών μου καλοκαιριών και πολλών πασχαλινών διακοπών μου, είναι από την ολάνθιστη αυλή της με θέα το απέραντο γαλάζιο του Κρητικού πελάγους , και με το ραδιόφωνο των πλανόδιων εμποράκων που συνηθιζόταν τότε σε όλα τα χωριά της Κρήτης σε υπερένταση:
” Αχ αυτός ο αργαλειός σου με τρελαίνει πω πω πω
σαν περνώ από το στενό σου του διαόλου θηλυκό”
Και
“Ο πραματευτής …. Κουβαρίστρες βελονάκια ψιλικά πολλώ λογιώ
το πλανόδιο θα κάνω την αγάπη μου να βρω…”
«Έφυγε» και το χωριό του πατέρα μου δεν είναι πια το ίδιο για μας…
Η θεία μου λοιπόν έκανε πάντα το Πάσχα ανεβατά καλιτσούνια. Όχι ένα και δυο κιλά αλεύρι. Πολλά! Αμέτρητα τεράστια ανεβατά καλιτσούνια και ανάμεσα τους καταπράσινα μυρωδάτα λεμονόφυλλα. Δεν έχω φάει πιο νόστιμα ανεβατά καλιτσούνια από της θείας μου. Δεν είναι η συνταγή… Το χέρι της και η πείρα της τα έκανε έτσι …















