
γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης
εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ
Ο COVID-19 θα μεταβάλλει πολλές από τις σταθερές που χαρακτηρίζουν το διεθνές σύστημα. Πρέπει, βέβαια, να γνωρίζουμε ότι επειδή πρόκειται να ακολουθήσουν αρκετά επεισόδια, οι εκτιμήσεις στην παρούσα φάση είναι ιδιαίτερα επισφαλείς. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αξιολογήσουμε τις αναδυόμενες τάσεις, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μετά το ξέσπασμα της κορωνοϊό-κρίσης.
Σε καθεστώς ανασφάλειας και αβεβαιότητας, ειδικότερα όταν αυτή προέρχεται από μία αδιόρατη απειλή, οι λαοί στρέφονται στις εθνικές κυβερνήσεις. Τις εμπιστεύονται περισσότερο, γιατί διαθέτουν την οργανωτική επάρκεια να δράσουν άμεσα, είναι περισσότερο νομιμοποιημένες (λόγω άμεσης εκλογής) απ’ ό,τι οι διεθνείς ή οι υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως η Ε.Ε., και είναι σε θέση να διαθέσουν άμεσα κονδύλια. Ετσι κι αλλιώς, σε καταστάσεις κρίσης, οι πολίτες τείνουν να στοιχίζονται πίσω από την εκάστοτε κυβέρνηση, θεωρώντας ότι οφείλει να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις. Αυτό, βέβαια, ανάλογα την ποιότητα και τις προθέσεις της διακυβέρνησης, μπορεί κάλλιστα να γίνει προϊόν εκμετάλλευσης, όπως στην περίπτωση της Ουγγαρίας, όπου ο Ορμπαν επέτεινε το αυταρχικό και προσωποπαγές καθεστώς του, επικαλούμενος την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Είναι, επίσης, αναμενόμενο πως κάθε είδους εθνικιστικά κινήματα θα αξιοποιήσουν τη χρονική συγκυρία για να επιχειρηματολογήσουν για την αποτυχία διεθνών θεσμών να συντονίσουν τις προσπάθειες καταπολέμησης του COVID-19, την απροθυμία κρατών να συνεργαστούν ή να προσφέρουν βοήθεια, ακόμη και σε εταίρους, όπως συνέβη με την Ε.Ε., τον βαθμό έκθεσης στην τροφοδοσία από τρίτες χώρες (που έδειξε τα όρια και το πόσο ευάλωτη είναι μία χώρα) και τον κίνδυνο διάδοσης του ιού από τις προσφυγο-μεταναστευτικές ροές.
Στην ίδια κατεύθυνση, υποστηρίζουν την επιβολή περιορισμών στο διεθνές εμπόριο (με εργαλείο τους δασμούς) και την ένταση των προσπαθειών για την κατοχύρωση της εθνικής αυτάρκειας στο κομμάτι της παραγωγής, ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον η εξάρτηση από την προμήθεια της εγχώριας αγοράς από τρίτες χώρες. Ως προς το τελευταίο, ειδικότερα όταν μιλάμε για κρίσιμους τομείς της οικονομίας, το επιχείρημα είναι λογικό, όταν, επί παραδείγματι, το 97% των αντιβιοτικών που καταναλώνουν οι ΗΠΑ προέρχεται από την Κίνα. Μάλιστα, σε μια περίοδο που πολλές χώρες βρίσκονται σε αυτο-αποκλεισμό, έχοντας σχεδόν σφραγίσει τα σύνορά τους, και ο παραπάνω από μισός πληθυσμός του πλανήτη βρίσκεται σε κάποιου είδους περιορισμό μετακινήσεων, η συζήτηση περί απεξάρτησης από τις εισαγωγές κερδίζει οπαδούς. Και είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτη η μερική απεξάρτηση, ειδικότερα σε είδη πρώτης ανάγκης. Ωστόσο, η περιχαράκωση στα εθνικά όρια, όπως προτείνεται από εθνικιστικούς σχηματισμούς, είναι ένα άλμα που ακυρώνεται από την ίδια την πραγματικότητα. Ο κόσμος μας είναι τόσο διασυνδεδεμένος και αλληλοεξαρτημένος που, όπως αποδεικνύει και η πανδημία, κανένα κράτος, ακόμη και το ισχυρότερο, δεν μπορεί από μόνο του να διαχειριστεί το πρόβλημα. Κατά δεύτερον, μπορεί η αλυσίδα τροφοδοσίας να έχει διαταραχθεί σοβαρά, αλλά η σχέση προσφοράς-ζήτησης αφορά το παγκόσμιο χωριό και όχι μεμονωμένες χώρες (π.χ. η παραγωγή του Πεκίνου αρχίζει να επανακάμπτει, αλλά δεν υπάρχει αγορά για να την απορροφήσει), όπως και οι πρώτες ύλες και τα προϊόντα του δευτερογενούς τομέα δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να παράγονται, πολλώ δε μάλλον να καταναλώνονται αποκλειστικά σε μία χώρα και δη σε ανταγωνιστικές τιμές.
Εξίσου, δύο όψεις στο νόμισμα συναντάμε και στη διαχείριση του προβλήματος από την πλευρά της Ε.Ε. Η ρευστότητα και η δημοσιονομική ευελιξία που παρείχε η Ε.Ε. δεν πρέπει να υποτιμηθούν, καθότι πρόσφεραν σημαντικά εργαλεία στα κράτη-μέλη. Ομως, θα αποδειχθούν ανεπαρκή, αν η Γερμανία και οι δορυφόροι της δεν αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες. Αναντίρρητα, λοιπόν, η παρούσα κρίση εξελίσσεται σε υπαρξιακή για την Ευρωπαϊκή Ενωση, τεστάροντας και πάλι τη συνοχή της. Οι διαιρετικές γραμμές μεταξύ Βορρά και Νότου επανέρχονται μετά την οικονομική και την προσφυγο-μεταναστευτική κρίση, μόνο που αυτή τη φορά η Ε.Ε. είναι πιο εξασθενημένη και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα υπό αμφισβήτηση. Επίσης, ο ένοικος του Λευκού Οίκου είναι, στην καλύτερη περίπτωση, περιφρονητικός απέναντι στις Βρυξέλλες, έχοντας διασπάσει το μέτωπο της Δύσης, ενώ η Ε.Ε. έχει εκκρεμότητες με Τουρκία και Ρωσία και μειωμένο ρόλο, ακόμη και στις περιφερειακές εξελίξεις. Ακόμη χειρότερα, Ιταλία και Ισπανία, η 3η και 4η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αντίστοιχα, δοκιμάζονται, με την πρώτη να αναμένει την αύξηση της σχέσης χρέους προς το ΑΕΠ (130% σήμερα) και ένας τεράστιος συστημικός κίνδυνος για την ευρωζώνη να ελλοχεύει. Χωρίς γενναίες αποφάσεις από τη μεριά των εταίρων της Ρώμης, είτε θα δούμε γρήγορα την ολική επαναφορά Σαλβίνι και αντιευρωπαϊστών ή η Ιταλία θα βρεθεί στο χείλος της εξόδου (και όχι μόνο) από την ευρωζώνη.
REAL.GR
Ακολουθήστε το Entospolis στο Facebook






