Η ενδοοικογενειακή βία την περίοδο της καραντίνας

γράφει η Γιάννα Χουρδάκη,ψυχολόγος

 

Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, ένα αγκάθι για τον πολιτισμό μας και είναι λυπηρό που στην εποχή μας εξακολουθεί να σημειώνει  υψηλά ποσοστά. Ως φαινόμενο υπερβαίνει οικονομικούς, κοινωνικούς και μορφωτικούς παράγοντες και συναντάται σε κάθε κοινωνική και επαγγελματική ομάδα. Δυστυχώς, η δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε λόγω της πανδημίας, δημιουργεί έξαρση σε τέτοιου είδους περιστατικά, όχι μόνο επειδή θύτης και θύμα περνούν περισσότερες ώρες μαζί στο σπίτι, αλλά και επειδή η ψυχική πίεση λόγω των συνθηκών ευνοεί τη δημιουργία προστριβών και εντάσεων.

Τα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας είναι δραματικά υψηλά  παρόλο που η  υποδήλωση είναι σημαντική. Τα πραγματικά περιστατικά είναι υψηλότερα από τα καταγεγραμμένα, καθώς η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα θέμα ταμπού. Έτσι, μεταξύ της καταγεγραμμένης και της πραγματικής εγκληματικότητας, παρεμβάλλεται η αφανής εγκληματικότητα, τα περιστατικά, δηλαδή, που δεν καταγγέλλονται ποτέ. Η συγγενική σχέση ανάμεσα στους θύτες και τα θύματα, ο φόβος για αντίποινα, η ανάγκη για αποφυγή του  στιγματισμού, ιδιαίτερα στην επαρχία, συνιστούν τους βασικότερους παράγοντες που αποτρέπουν τα θύματα από την απόφαση να καταγγείλουν τα περιστατικά.

Μετά από ένα βίαιο ξέσπασμα ο δράστης τις περισσότερες φορές εμφανίζεται μετανιωμένος, απολογείται και ζητάει συγγνώμη, προβάλλοντας δικαιολογίες για τη συμπεριφορά του. Δυστυχώς όμως, ο κανόνας είναι ότι ο βίαιος χαρακτήρας του θα επιστρέψει ακόμα πιο δυναμικά και τα ξεσπάσματα θα γίνουν εντονότερα. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ο δράστης εμφανίζεται ειλικρινά μετανιωμένος και ζητάει βοήθεια και θεραπεία και δείχνει ότι πραγματικά δεν είναι σε θέση να ελέγξει το θυμό του και τις βίαιες εκρήξεις τη στιγμή που συμβαίνουν, αξίζει να παρατηρήσουμε, ότι  έστω και σε υποσυνείδητο επίπεδο ο δράστης έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τη συμπεριφορά του. Αλλιώς, πως θα μπορούσε να εξηγηθεί το γεγονός ότι ξεσπάει μόνο σε ανθρώπους πιο αδύναμους από αυτόν; Γιατί δεν εκδηλώνει την ίδια βίαιη συμπεριφορά στο χώρο της εργασίας ή σε άλλες περιπτώσεις που ξέρει ότι θα αντιμετωπίσει συνέπειες; Δεν διαμορφώνονται εκτός σπιτιού, καταστάσεις που να επιτείνουν την οργή του;

Αυτό σημαίνει ότι στην προσωπικότητα του δράστη υπάρχει ένα υπόβαθρο ψυχολογικών δυσκολιών: η κατάθλιψη, ο συσσωρευμένος θυμός, οι κακή σχέση με τα γονεϊκά πρότυπα, η δυσαρέσκεια από τον εαυτό του και τη ζωή, η έλλειψη ψυχραιμίας και αυτοελέγχου στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά, αλλά και παρωχημένες, οπισθοδρομικές αντιλήψεις σχετικά με το ρόλο και τα δικαιώματα των δύο φύλων. Επίσης, όπως είναι αυτονόητο, λείπει η ενσυναίσθηση κι έτσι δεν αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες των πράξεών του στο θύμα και δε συνειδητοποιεί τον πόνο που προκαλεί. Ακόμα, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και να παραδεχτεί την ευθύνη του για τη βίαιη συμπεριφορά, επιρρίπτοντας την ευθύνη στο θύμα το οποίο κατηγορεί ότι εκείνο του προκάλεσε την οργή, ή σε εξωτερικούς παράγοντες και προβλήματα.

Και από την πλευρά της θύματος, όμως, εύλογο προβληματισμό δημιουργεί το υψηλό ποσοστό γυναικών που φοβούνται να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να ανεξαρτητοποιηθούν και να αλλάξουν τη ζωή τους, αλλά υπομένουν παθητικά τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά κακοποίησης.

Η έλλειψη αυτοεκτίμησης είναι ένας βασικός παράγοντας που έχει πολλές παραμέτρους. Σχετίζεται με την πεποίθηση της γυναίκας ότι της αξίζει καλύτερη ζωή, ότι μπορεί να βρει ένα σύντροφο που θα τη σέβεται και θα την εκτιμά, ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της επόμενης μέρας εργασιακά και οικονομικά ώστε να καλύψει τις ανάγκες των παιδιών της.  Η έλλειψη αυτοπεποίθησης συμβαδίζει συνήθως με υποτίμηση του γυναικείου φύλου γενικότερα, του ρόλου και των δυνατοτήτων των γυναικών, αντίληψη που δεν σπανίζει καθόλου ακόμα και ανάμεσα στις ίδιες τις γυναίκες.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η απουσία δικτύου υποστήριξης από την οικογένεια και τους φίλους. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που οι γονείς του θύματος αποθαρρύνουν το χωρισμό με το βίαιο σύζυγο και προτρέπουν τη γυναίκα να μείνει στο γάμο για το κοινωνικό φαίνεσθαι ή για το «καλό» των παιδιών ή ακόμα και απειλούν το θύμα ότι αν χωρίσει δε θα του παρέχουν καμιά βοήθεια και στήριξη. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί η άγνοια των δυνατοτήτων που παρέχει η πολιτεία με το σχετικό νομικό πλαίσιο, η ελλιπής γνώση του θύματος για τα δικαιώματά του.

Παράλληλα, μπορεί να υπάρχει η ελπίδα ότι κάποτε ο δράστης θα κατανοήσει το λάθος του και θα αλλάξει συμπεριφορά ενώ από την άλλη, η υποτίμηση του εαυτού ευνοεί την ανάπτυξη ενός ενοχικού τρόπου σκέψης που εγκλωβίζει το θύμα και δεν του επιτρέπει να σκεφτεί ρεαλιστικά ως προς την απόδοση ευθυνών. Έτσι φτάνει στο σημείο να πιστέψει ότι φταίει για τη βία, τις προσβολές, την τρομοκρατία και υπομένει την κακοποίηση ως τιμωρία για τη συμπεριφορά της.

Το θύμα φοβάται ότι αν αντιδράσει  ή αν προβεί σε καταγγελία θα αντιμετωπίσει χειρότερη συμπεριφορά από το δράστη. Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Οι βίαιοι άνθρωποι είναι δειλοί, με αποτέλεσμα να γίνονται περισσότερο βίαιη όταν το θύμα είναι ανεκτικό και υποχωρητικό. Όταν το θύμα συγχωρεί το δράστη, ή προσπαθεί να κατευνάζει το θυμό του και να τον καλοπιάνει για να αποφύγει τη βία, ο θύτης παίρνει το μήνυμα ότι έχει το περιθώριο να συμπεριφέρεται όπως θέλει, χωρίς κανένα κόστος. Όταν ξέρει ότι η σύντροφος θα τον συγχωρήσει δεν καταβάλει ουσιαστική προσπάθεια να ελέγξει τη συμπεριφορά του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η  κακοποίηση ξεκινά από πιο ήπια περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια γίνονται εντονότερα. Είναι σαν να ιχνηλατεί ο δράστης τα περιθώρια που υπάρχουν στην άσκηση βίας και να προσπαθεί να τα διευρύνει σταδιακά.

Όσο τα βίαια περιστατικά γίνονται εντονότερα, ο  φόβος του θύματος αυξάνεται  και νιώθει όλο και  περισσότερο αδύναμο να αντιδράσει με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται χειρότερα στο κακοποιητικό περιβάλλον. Όταν σε μια σχέση επαναλαμβάνονται οι κύκλοι: βία, υποσχέσεις, συγχώρεση και ξανά βία, αυτό δείχνει ότι η γυναίκα έχει φτάσει σε ένα επίπεδο εξάρτησης από τη νοσηρή κατάσταση, φαινόμενο που αναφέρεται ως το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας.

Τα παιδιά, από την άλλη,  που έχουν δεχτεί βίαιη συμπεριφορά και κακοποίηση ή έχουν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες τέτοιων συμπεριφορών, εμφανίζουν συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως εσωστρέφεια και απομόνωση από τον κοινωνικό περίγυρο, διάφορες φοβίες, εφιάλτες και νυχτερινή ενούρηση. Επίσης, υπάρχουν σημαντικές πιθανότητες να αναπαράγουν τα ίδια τη  βίαιη συμπεριφορά κατά την ενήλικη ζωή τους. Ακόμα πιο λυπηρό, όμως, είναι το γεγονός ότι οι ίδιες οι γυναίκες – θύματα μπορεί να γίνουν κακοποιητικές προς τα παιδιά τους, αναπαράγοντας τη βία που δέχονται επειδή εξαιτίας της δυστυχίας χάνουν την ψυχραιμία και την υπομονή που χρειάζεται να δείξουν στα παιδιά τους.

Η σιωπή δε λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το ενθαρρύνει και το διαιωνίζει.  Κάθε άνθρωπος που βιώνει την κακοποίηση, μπορεί να πάρει αγκαλιά τους φόβους του και να κάνει το βήμα που χρειάζεται για να βρει διαφυγή. Μένουμε σπίτι δε σημαίνει υπομένουμε τη βία. Κάντε την πρώτη κίνηση καλώντας στη γραμμή SOS 15900 ή σε περιπτώσεις άμεσου κινδύνου, στο 100. Εναλλακτικά, μπορείτε να στείλετε email στο sos15900@isotita.gr.