
γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*
*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, πρόεδρος του Δ.Σ. & επιστημονικός διευθυντής του ΚΕΠΕ
Σε λίγες ημέρες θα εγκαταλείψουμε το 2019 και θα μπούμε στη νέα χρονιά. Και όπως συμβαίνει σε κάθε νέο ξεκίνημα, προσπαθούμε να αναλογιστούμε τι έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής, ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα αυτό που έχουμε μπροστά μας. Τέσσερα είναι τα βασικά μας κατορθώματα το 2019, ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του Ιουλίου: (α) η βελτίωση του οικονομικού κλίματος, (β) η ενίσχυση της αξιοπιστίας στην οικονομική πολιτική, (γ) η μείωση της φορολογίας και (δ) η διατήρηση της ισορροπίας στον δημοσιονομικό και εξωτερικό τομέα. Δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται η σημασία κανενός από τα παραπάνω τέσσερα επιτεύγματα. Η βελτίωση του οικονομικού κλίματος καθρεφτίζεται αφενός μεν στην πορεία διαφόρων πρόδρομων δεικτών, όπως ο χρηματιστηριακός δείκτης, ο δείκτης οικονομικού κλίματος, ο δείκτης «φόβου» του ΚΕΠΕ, ο δείκτης «προήγησης» του ΚΕΠΕ και, αφετέρου, στην άνοδο των καταθέσεων, καθώς και στις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών και εταιρικών ομολόγων.
Η ενίσχυση της αξιοπιστίας στην οικονομική πολιτική προκύπτει από τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζει η κυβέρνηση τις προεκλογικές της εξαγγελίες τόσο στον δημοσιονομικό τομέα όσο και στις μεταρρυθμίσεις, ψηφίζοντας τους σχετικούς νόμους ή/και κάνοντας σχετικές ανακοινώσεις. Η πλήρης άρση των capital controls, η μείωση της φορολογίας στα φυσικά πρόσωπα και στις επιχειρήσεις, η κατάργηση διαφόρων γραφειοκρατικών και θεσμικών μικροεμποδίων στην επιχειρηματικότητα μέσω του αναπτυξιακού νόμου, το ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών επενδύσεων (π.χ. Ελληνικό, Eldorado Gold), η ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας, η οριστική λύση στο θέμα των «κόκκινων» δανείων και η ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της ανομίας είναι μερικά από αυτά.
Η αξιοπιστία ενισχύει την εμπιστοσύνη τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Με τη σειρά της, η εμπιστοσύνη βελτιώνει τις προσδοκίες και αυτές πριμοδοτούν τις προσπάθειες της κυβέρνησης, φέρνοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από τη μεγαλύτερη του αναμενόμενου αύξηση του ΑΕΠ, ιδίως από το 2020 και μετά. Η μείωση της φορολογίας αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, διευκολύνει την παραγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων και μειώνει το κίνητρο για φοροδιαφυγή. Συναφώς, στον Προϋπολογισμό του 2020, τερματίζεται η πολιτική των υπερ-πλεονασμάτων, δηλαδή της λιτότητας την οποία βιώσαμε την περίοδο 2016-2018 και η οποία δηλητηρίασε την ελληνική οικονομία, αύξησε τις ανισότητες και τη φτώχεια και δημιούργησε πρόσθετες ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογούμενων προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 18,1 δισ. ευρώ. Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι αλλάζει η φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής, καταργώντας, σε πρώτη φάση, τις σημαντικές υπερβάσεις των πρωτογενών πλεονασμάτων έναντι των στόχων.
Τέλος, το 2019 διατηρήθηκε η δημοσιονομική ισορροπία τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ομως, τα τρία μνημόνια της περιόδου 2010-2018, με τις πολιτικές λιτότητας που ακολούθησαν, δημιούργησαν και διόγκωσαν πολλά προβλήματα. Η ανεργία πήρε τεράστιες διαστάσεις, με θύματα κυρίως τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους. Η φτώχεια -και ιδιαίτερα η παιδική- διογκώθηκε απειλητικά για τον κοινωνικό ιστό της χώρας. Οι επενδύσεις έκαναν βουτιά, ενώ το δημόσιο χρέος έχει προσεγγίσει το 180% του ΑΕΠ σε σύγκριση με το 120% του ΑΕΠ το 2010. Ολα τα παραπάνω δημιουργούν μια σύνθετη εικόνα με αρκετά μελανά χρώματα για το 2020. Την ίδια ώρα, τα σύννεφα πάνω από τον ουρανό πυκνώνουν με την ισχυρή επανεμφάνιση του προστατευτισμού, την επιβράδυνση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Θα τα καταφέρουμε; Πιστεύω πως ναι, αρκεί να διδασκόμαστε από τα λάθη μας. Η ιστορία της χώρας μας έχει δείξει ότι οι Ελληνες τα καταφέρνουν και ξεπερνούν τα εμπόδια όταν είναι ενωμένοι.
REAL.GR
Ακολουθήστε το Entospolis στο Facebook






