Παρασκευή, 12 Ιουνίου, 2026
Αρχική ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Γιατί οι σχέσεις διέρχονται κρίση;

Γιατί οι σχέσεις διέρχονται κρίση;

6
Κοινοποίηση :

Γράφει η κα. Γιάννα Χουρδάκη,Ψυχολόγος

Οι σχέσεις αποτελούν ζήτημα ζωής, καθώς καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την ευημερία του ατόμου. Φαίνεται όμως ότι στην πορεία του χρόνου γίνονται όλο και πιο δύσκολες, όπως τουλάχιστον αποκαλύπτουν οι δείκτες του ποσοστού των διαζυγίων, αλλά και του πλήθους των μοναχικών ανθρώπων.

Στα αίτια θα πρέπει πρώτα από όλα να αναφέρουμε τους πολιτισμικούς παράγοντες, οι οποίοι άλλαξαν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Η κουλτούρα του ατομικισμού διαδέχτηκε τη νοοτροπία της συλλογικότητας των προηγούμενων γενεών κατά την οποία η οικογένεια έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία ενώ η προσωπική ευημερία του κάθε συντρόφου ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε την υπέρβαση των κοινωνικών ταμπού που αφορούν το διαζύγιο, ενώ δε θα πρέπει να παραβλέψουμε το ρόλο του διαδικτύου στην υποβίβαση των σχέσεων και της επικοινωνίας.

Πέρα όμως από τους παράγοντες που αφορούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε κοινωνίας, αυτό που έχει ουσιαστική σημασία είναι να ρίξουμε μια διεισδυτική ματιά στο εσωτερικό μιας σχέσης. Κάθε συντροφική σχέση αγάπης είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει. Γιατί όμως αντί να ενδυναμώνεται με το χρόνο, φθείρεται και συχνά καταλήγει σε αδιέξοδο;

Συνήθως στο ξεκίνημα της σχέσης δημιουργούμε μια εξιδανικευμένη εικόνα για το σύντροφο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προβάλουμε στο πρόσωπο του τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας. Περιμένουμε να ικανοποιήσει την ανάγκη μας για αποδοχή, σεβασμό, κατανόηση, προσοχή, ενδιαφέρον, ασφάλεια, υποστήριξη, σταθερότητα, κ.λπ.  Όταν όμως περιμένουμε από τον άλλο να καλύψει τα κενά, τις ανασφάλειές, την έλλειψη αυτοεκτίμησης, τα ψυχικά μας τραύματα, και γενικότερα όσα ζητήματα εμείς δεν μπορούμε να επιλύσουμε για τον εαυτό μας, είναι φυσικό να απογοητευόμαστε. Και τότε η αγάπη μας μετατρέπεται σε θυμό, εκνευρισμό, θλίψη, ψυχικό πόνο, αίσθημα απόρριψης, και όλα αυτά οδηγούν σε γκρίνια, παράπονα, επιθετικότητα, μούτρα και καταπιεστικές απαιτήσεις. Τα δυσάρεστα συναισθήματα αλλάζουν ριζικά τη συμπεριφορά μας και οδηγούν σε φθορά, ακόμα κι αν δε θέλουμε να εκδηλώσουμε ανοικτά τη δυσαρέσκειά μας. Μάλιστα τα ανέκφραστα συναισθήματα είναι περισσότερο καταστροφικά, γιατί συσσωρεύονται και ξεσπάνε χωρίς σημαντική αφορμή.

Η απογοήτευση, οδηγεί σε αμυντική στάση, η οποία συνήθως εκφράζεται με κατηγορίες και επικρίσεις. Όταν όμως επικρίνουμε και αποδίδουμε ευθύνες χωρίς πρόθεση να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο στην ευθύνη και αποφεύγουμε να εστιάσουμε στη λύση, το πρόβλημα εξακολουθεί. Η αλληλοκατηγορία καταστρέφει οποιαδήποτε δυνατότητα ουσιαστικής επικοινωνίας και οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο έντασης που αποξενώνει τους δύο συντρόφους ολοένα και περισσότερο. Η ένταση στη φωνή και η επίκριση φέρνουν τον άλλο σε θέση άμυνας και μειώνουν τις πιθανότητες να αναγνωρίσει και να παραδεχτεί τα λάθη του, ενώ είναι πιθανό να αντεπιτεθεί με νέες επικρίσεις. Επίσης, όταν απογοητευόμαστε, μεταφέρουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε, στο πρόσωπο του συντρόφου συσσωρευμένες απογοητεύσεις και ματαιώσεις, από προηγούμενες εμπειρίες μας.

Ένα άλλο, ιδιαίτερης σημασίας πρόβλημα, είναι το γεγονός ότι ακόμα και τις σχέσεις τις έχουμε υποβιβάσει στο επίπεδο της συναλλαγής. Για να σε αγαπώ πρέπει να κάνεις αυτό, διαφορετικά δεν έχεις θέση στη ζωή μου. Θα δώσουμε τρυφερότητα και αγάπη στο βαθμό που θα ο σύντροφος θα τα ανταποδώσει. Μετράμε τι δίνουμε και τι παίρνουμε, με τι ανταλλάσσουμε τη στοργή, την αγάπη και την αφοσίωσή μας. Ζυγίζουμε, αξιολογούμε, υπολογίζουμε. Φοβόμαστε ότι αν δώσουμε περισσότερα θα είμαστε οι χαμένοι, τα θύματα, θα γίνουμε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Μια σχέση όμως για να είναι ουσιαστική και να έχει πιθανότητες μακροβιότητας, απαιτεί δοτικότητα και ανιδιοτέλεια.

Από την άλλη, τα παγιωμένα διανοητικά μας μοτίβα, οι πεποιθήσεις μας για το τι είναι καλό και τι όχι, τι είναι σωστό και τι λάθος, μπορεί να οδηγήσουν σε διάθεση να παρέμβουμε στη ζωή το άλλου, να αλλάξουμε τη συμπεριφορά και τις συνήθειες του, σύμφωνα με τα δικά μας κριτήρια. Πίσω από αυτή την πρόθεση, υπάρχει η πεποίθηση ότι η δική μας άποψη είναι η σωστή, ότι ο άλλος είναι αυτός που πρέπει να αλλάξει και όχι εμείς και ότι αν δεν το κάνει δε μας αγαπάει αρκετά. Η πραγματικότητα όμως είναι σαν ένα πολύεδρο πρίσμα, και ο καθένας βλέπει ένα μέρος της αλήθειας ανάλογα με τη θέση που βρίσκεται. Πέρα όμως, από το τι είναι αντικειμενικά σωστό, η αλλαγή στη συμπεριφορά και τις συνήθειες του άλλου, είναι μια απαίτηση ουτοπική και για να το αντιληφθούμε αρκεί να παρατηρήσουμε πόσο δυσκολευόμαστε κάθε φορά που προσπαθούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο λόγω της δύναμης που έχουν οι παγιωμένες συνήθειες, αλλά και επειδή οι δυσλειτουργικές συμπεριφορές, συχνά είναι (λάθος) τρόποι που υποσυνείδητα υιοθετούμε για να καλύψουμε σημαντικές ψυχικές ανάγκες και να επιβιώσουμε ψυχολογικά και για αυτό είναι ακόμα δυσκολότερο να τις εγκαταλείψουμε.

Η τάση μας να θέλουμε να αλλάξουμε το πρόσωπο που αγαπάμε, μας κάνει να ξεχνάμε ότι το πιο ουσιώδες στοιχείο της αγάπης είναι η κατανόηση και η αποδοχή του άλλου όπως ακριβώς είναι και ότι η πρώτη έκφραση αυτού του στοιχείου είναι να τον ακούσουμε. Δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι μια αγάπη με λιγότερους όρους, πιο ελεύθερη που δέχεται τον άλλον όπως είναι, ακόμα δηλαδή και με τα στοιχεία του που δεν μας αρέσουν, κάνει τα αρνητικά στοιχεία του συντρόφου να φαίνονται ασήμαντα, ενώ από την άλλη τον κάνει να νιώθει αποδοχή και ασφάλεια. Αυτό σημαίνει ότι θα έχει πιο θετική στάση απέναντί μας και διάθεση να ακούσει πραγματικά αυτά που μας ενοχλούν στην συμπεριφορά του αντί να αμύνεται ή να αντεπιτίθεται στην απόρριψη μας. Έτσι μπορεί να βοηθήσουμε να αναδείξει ένα σημαντικά καλύτερο εαυτό.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε, ότι πολλές συγκρούσεις προέρχονται από παρανοήσεις, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που είμαστε σίγουροι για τις προθέσεις του άλλου, χωρίς ουσιαστικές ενδείξεις, καταλήγουμε δηλαδή σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Νομίζουμε ότι μαντεύουμε τον τρόπο που σκέφτεται ο σύντροφος μας, ή ακόμα χειρότερα, θεωρούμε δεδομένο ότι εκείνος οφείλει να μαντεύει τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, χωρίς εμείς καν να τις εκφράσουμε, γιατί είναι αυτονόητες. Δεν έχουμε μάθει να επικοινωνούμε αρκετά. Δεν αποκλείεται μάλιστα να βιώνουμε την ειλικρινή έκφραση του εαυτού μας ως απειλή, να μας κάνει να αισθανόμαστε ευάλωτοι στην απόρριψη, τη χειραγώγηση και την προδοσία. «φοβάμαι να εκφραστώ μήπως και το εκμεταλλευτούν, «αν εκφράσω τα αληθινά µου συναισθήµατα, θα γελοιοποιηθώ», «είµαι καλύτερα, όταν είµαι µόνος», «τι γνώμη θα σχηματίσει ο άλλος για μένα», «αν του δείξω αδυναμία, θα το εκμεταλευτεί».

Θα ήταν τέλος παράλειψη να μην επισημάνουμε τα προβλήματα που δημιουργεί η απουσία (καλής) ερωτικής ζωής στα ζευγάρια. Μέσα από τη σεξουαλική δραστηριότητα, ένα βαθύτερο εσωτερικό κομμάτι του εαυτού μας αποζητά έκφραση, εξωτερίκευση, αναγνώριση και επιβεβαίωση, διαφορετικά οδηγούμαστε σε απογοήτευση και σκέψεις αυτοαπόρριψης και ενοχών, ενώ αισθανόμαστε ότι δε ζούμε φυσιολογικά. Παράλληλα, όταν διαπιστώνουμε ότι η ερωτική διάθεση του συντρόφου έχει μειωθεί ή είναι ανύπαρκτη, βιώνουμε αίσθημα απαξίωσης και απόρριψης. Καθώς η σεξουαλικότητα δεν αποτελεί μόνο βιολογική ανάγκη, αλλά  είναι κάτι βαθύ και από ψυχολογική άποψη, μπορεί να νιώσουμε ότι η ίδια μας η ύπαρξη δε βρίσκει αναγνώριση και αποδοχή στο πρόσωπο του συντρόφου.

Αν σκεφτούμε τα παραπάνω και προσπαθήσουμε να παρατηρήσουμε και να αναγνωρίσουμε αντίστοιχες τάσεις στον εαυτό μας, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για μια σωστότερη προσέγγιση της σχέσης μας. Η επίγνωση του εαυτού μας, άλλωστε, συχνά, αποτελεί από μόνη της λύση για πολλά προβλήματα. Εν τέλει, αυτό που έχει σημασία δεν είναι να βρούμε τον τέλειο σύντροφο, αλλά να τελειοποιήσουμε τον τρόπο που εκφράζουμε την αγάπη μας.

 

 

Κοινοποίηση :