
Ο θρυλικός συνιδρυτής της Ελούντα γεννήθηκε στην Κρήτη, κι εκεί πέρασε τα χρόνια του πολέμου, καθώς και τα πρώτα του μαθητικά χρόνια. Με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου η οικογένειά του επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ζούσε μόνιμα πριν τον πόλεμο και συνέχισε τις σπουδές του.
Στις αρχές της καριέρας του ασχολήθηκε με πολεοδομικές μελέτες, μεταφορές κατολισθαινόντων οικισμών στην Ευρυτανία, ως και με μελέτες ρυμοτομικών σχεδίων.
Αργότερα ασχολήθηκε με μελέτες και κατασκευές, κτιριακών κυρίως έργων, ιδιωτικών και Δημοσίων, όπως επίσης, σε μικρότερη κλίμακα, με μελέτες και κατασκευές έργων οδοποιίας και λιμενικών έργων, σε Ρόδο και Κρήτη. Διετέλεσε επί σειρά ετών μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου και αποτελεί τακτικό μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Παράλληλα επίσης, τα τελευταία χρόνια, έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή των βιβλίων: «Τζια-Θερμιά», εκδόσεις Γκέρτσου και «Το χωράφι της Μαρούλαινας», εκδόσεις Πατάκη, βρίσκεται δε στο στάδιο της έκδοσης του τρίτου του βιβλίου, «Το κορίτσι της οδού Σκουφά».
Είναι παντρεμένος, έχει δυο γιους, μια κόρη και δυο εγγόνια.

Μιλήστε μας για τα παιδικά σας χρόνια…
Γεννήθηκα στις 12 Οκτωβρίου του 1936 στην Κρήτη, στις Δαφνές, στο αρχοντικό του παππού μου Γιώργου Βαρούχα, γιατρού και βουλευτή της Κρητικής Πολιτείας, πριν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η οικογένειά μου ζούσε τότε στην Αθήνα κι έτσι αμέσως μετά τη γέννησή μου, επιστρέψαμε εκεί όπου και παραμείναμε ώς το 1939, λίγο πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο πατέρας μου, προβλεπτικός πάντα, προείδε τη λαίλαπα που ερχόταν κι έτσι πήρε την οικογένειά του και καταφύγαμε στο σπίτι «κουκούλι» του παππού Βαρούχα. Ενα σπίτι που μας προστάτεψε και μας περιέθαλψε στα τραγικά χρόνια που ακολούθησαν.
Και όταν τέλειωσε ο Εμφύλιος;
Με το τέλος και του Εμφυλίου πολέμου επιστρέψαμε το 1950 στην Αθήνα. Εκεί ολοκλήρωσα τις μαθητικές μου σπουδές στο «θρυλικό» Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο έχουν αποφοιτήσει σημαντικοί άνδρες που καλύπτουν ευρύ φάσμα της πνευματικής, καλλιτεχνικής, επιχειρηματικής, αλλά και εκκλησιαστικής ζωής της χώρας, στη διάρκεια των τελευταίων ογδόντα τόσων χρόνων.
Στη συνέχεια, σπούδασα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από το οποίο έλαβα καταρχάς, το δίπλωμα του Αγρονόμου και Τοπογράφου Μηχανικού και στη συνέχεια εκείνο του Πολιτικού Μηχανικού.

Τι κάνατε τα πρώτα χρόνια;
Στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου καριέρας ασχολήθηκα με το πρώτο μου αντικείμενο συντάσσοντας πολεοδομικές κυρίως μελέτες και στη συνέχεια, ως πολιτικός μηχανικός ασχολήθηκα με μελέτες οικοδομικών έργων (στατικούς υπολογισμούς) και κατασκευές οικοδομικών βασικά έργων όπως, ξενοδοχειακών μονάδων, εργοστασίων, κατοικιών, Δημοσίων έργων, αλλά και μικρότερων έργων οδοποιίας και λιμενικών, σε Ρόδο και Κρήτη και φτάνοντας με τα χρόνια στην ανώτερη βαθμίδα, για ιδιώτες μηχανικούς, εκείνης του Εργολάβου Δημοσίων Εργων Δ’ τάξεως.
Και επιχειρηματικά;
Στη συνέχεια ως φυσική συνέπεια ήρθε η επιχειρηματική μου ενασχόληση με τον ανερχόμενο τότε ξενοδοχειακό κλάδο. Ετσι, μαζί με τον αδελφό μου Σπύρο, αρχιτέκτονα, δημιουργήσαμε δυο εμβληματικές μονάδες στην Ελούντα της Κρήτης. Το Elounda Beach και το Elounda Bay. Δυο ξενοδοχειακές μονάδες που αποτέλεσαν τον καταλύτη, αλλά και τον «μπούσουλα», θα έλεγα, στην εξέλιξη του Ελληνικού τουρισμού.
Ιδιαίτερα το Elounda Beach υπήρξε το σημείο αναφοράς και υπόδειγμα για τη δημιουργία παρόμοιων πρωτοποριακών μονάδων, αλλά και ο πόλος έλξης σημαντικών ανθρώπων του Ελληνικού αλλά και παγκόσμιου τζετ σετ.

Αναφέρετέ μας μερικούς…
Επιλεκτικά, κι όσο με βοηθά η μνήμη μου, τη Βασίλισσα της Περσίας Σοράγια, τον πρωθυπουργό της Περσίας Χοβέϊντα, ο οποίος μάλιστα ερχόταν επί έξι συνεχή καλοκαίρια, τον πρωθυπουργό της Αυστρίας Bruno Kreisky, τον φιλόσοφο Jean-PaulSartre, παρέα με την πασίγνωστη Simone deBeauvoir, τον Gunter Grass όπως όμως και τα μεγαλύτερα ονόματα Ελλήνων εφοπλιστών του Λονδίνου, όπως βέβαια και τους σημαντικότερους πολιτικούς, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες της χώρας μας και βέβαια μην ξεχνάμε τη σύνοδο κορυφής των Μιτεράν-Ανδρέα Παπανδρέου-Καντάφι, που έγινε στο Elounda Bay.
Η πρωτόγνωρη τότε αίσθηση, ενός δωματίου- ενός bungalow – που θα μπορούσες από το μπαλκόνι του να ψαρέψεις, ή και να βουτήξεις στη θάλασσα, μάγευε τους πάντες, σε συνδυασμό μ’ ένα πρωτόγνωρο, για την εποχή του, service και πλούτο γευμάτων.
Πού παντρευτήκατε;
Εκεί στη μικρή εκκλησούλα του ξενοδοχείου παντρεύτηκα την Αγγλίδα γυναίκα μου Αννα-Ρόζα-Ιζόλδη κι εκεί βαφτίσαμε το πρώτο μας παιδί, την Ναταλία. Βαφτίσια που έμειναν ιστορικά και κράτησαν -κατά το κρητικό έθιμο- μια εβδομάδα, με καλεσμένους ξεχωριστούς Ελληνες και ξένους φίλους, μεταξύ των οποίων, υπουργοί, πρεσβευτές, ο πατέρας και η μητέρα σου, Χαράλαμπος και Ντόνα Πλουμιδάκη- κι εσύ βέβαια με τον αδελφό σου Θεμιστοκλή-, όπως επίσης κι ο διάσημος ποιητής και συμμαθητής μου από το Β’ Γυμνάσιο, Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος «αποτύπωσε» τα μοναδικά εκείνα βαφτίσια σε τρία υπέροχα ποιήματα που έγραψε καθισμένος στη βεράντα του bungalow του.

Θυμάμαι που συνεχώς αποζητούσατε το καινούργιο…
Ναι, στο διάβα της ζωής μου, από μια εσωτερική λες παρόρμηση, αποζητούσα συνέχεια το νέο, το διαφορετικό, το καλύτερο… Αισθανόμουν πάντα ότι δε θα μπορούσα να μείνω γαντζωμένος, «φυλακισμένος» κάπου, έπρεπε να κινούμαι συνεχώς, -κάτι σαν τον ορειβάτη που όλο κι επιζητεί ν’ ανοίξει τον ορίζοντά του, να κατακτήσει μια ακόμη νέα κορυφή,- χωρίς όμως να έχω ακόμη συνειδητοποιήσει το λόγο.
Και πώς το βρήκατε;
Αργησα πολύ γι’ αυτό, ως τότε τουλάχιστον που διάβασα κάπου ότι, η ολοκλήρωση ενός άνδρα έρχεται τότε και μόνο τότε όταν συμπληρώσει επτά διαφορετικά επαγγέλματα. Ημουν τότε πολύ μακριά ακόμη γι’ αυτό, όμως για να δούμε… Ετσι ύστερα από ένα άλλο ξενοδοχείο που δημιούργησα, αποκλειστικά δικό μου τώρα, το Elounda Village, σιγά-σιγά άρχισα ν’ απομακρύνομαι από τον ξενοδοχειακό κλάδο.

Σε τι σας επηρέασε ο παππούς σας και τι σημαίνει για σας η φύση;
Οι καταβολές και μνήμες από τον παππού μου με επηρέασαν πολύ σε μια νέα μου ασχολία, που προέκυψε τυχαία και είχε αρχίσει να με κατακτά, ξυπνώντας ίσως μέσα μου μνήμες από τα παιδικάτα μου. Ο γιατρός παππούς, Βαρούχας, λάτρης της αμπελουργίας, μ’ έπαιρνε, πεντάχρονο αγόρι τότε και καβάλα στην «Αστραπή», τη φοράδα του με την οποία επισκεπτόταν τους ασθενείς του στα γύρω χωριά, πηγαίναμε να επιστατήσουμε στους απέραντους αμπελώνες του.
Ηταν το χόμπι του, το δέσιμό του με τη γη, κάτι που μου το μετέδωσε και χρειάστηκε να περάσουν αμέτρητα χρόνια για να το αντιληφθώ και να το ενστερνιστώ. Το δέσιμο πια το δικό μου με τη γη, από την οποία, σαν άλλος Ανταίος, αισθανόμουν ότι αντλούσα δύναμη. Ηταν όμως και κάποιο άλλο γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη στροφή μου προς τα εκεί.
Είχα τότε μόλις αγοράσει ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι γης, λίγο έξω από την Αθήνα, προκειμένου να χτίσω το σπίτι μας. Αποτέλεσε το πρώτο μου βήμα, προκειμένου να πραγματοποιήσω το όνειρό μου, να ζήσω μέσα στη φύση. Κι ήταν αυτό, τότε ακόμη στην Ελούντα, στα βαφτίσια της κόρης μου, της Ναταλίας.
Μόλις είχε τελειώσει το μυστήριο κι όπως προχωρούσα χαιρετώντας τον κόσμο που με συνέχαιρε για την νεοφώτιστη με πλησιάζει μια σχετικά καινούργια μου φίλη και γειτόνισσα. Το Μαράκι, μια βέρα Κεφαλλονίτισσα, σύζυγος όμως τώρα ενός επιφανούς Γάλλου ευγενούς, που λίγα χρόνια πριν είχαν έρθει στο ξενοδοχείο, μαγεύτηκαν από τον τόπο κι αποφάσισαν να χτίσουν το εξοχικό τους σπίτι εκεί.

Το Μαράκι λοιπόν, παρέα μ’ έναν ηλικιωμένο ασπρομάλλη με πλησιάζουν. Ο άγνωστός μου εκείνος κύριος, ντυμένος με μια απλή μπεζ πουκαμίσα, με την πρώτη ματιά που του ρίχνω, όπως βαδίζει παρέα με την κοινή μας φίλη προς το μέρος μου, μου προκαλεί το ενδιαφέρον αλλά και το σεβασμό, με την ξεχωριστή ευγένεια κι αρχοντιά που αποπνέει. Κρατά σφιχταγκαλιασμένο στην αγκαλιά του με στοργή, με ευλάβεια θα έλεγες, ένα μπουκάλι κρασί. Η φίλη μου απευθυνόμενη σ’ εμένα μου λέει: «Γιώργο να σου συστήσω τον φιλοξενούμενό μου και καλό μου φίλο Βαρόνο Philippe Rothschild».
Μόλις το ακούω μένω άναυδος. Μπροστά μου στεκόταν ο θρύλος του γαλλικού κρασιού. Ελαφρά χαμένος, όπως είμαι, με χαιρετά, με συγχαίρει ευγενικά, παίρνει από την αγκαλιά του το μπουκάλι, το οποίο με τόση τρυφερότητα κρατεί, λες κι ήταν το παιδί του -ή μήπως έτσι το θεωρούσε;- και μου το προσφέρει, πιστεύοντας ότι αποτελούσε το πολυτιμότερο δώρο που θα είχα πάρει εκείνη την ημέρα, με την ευκαιρία της βάφτισης της μοναχοκόρης μου.
Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο πια προκειμένου να ενεργοποιηθεί και να αφυπνισθεί μέσα μου το απόμακρο παρελθόν. Οι συνειρμοί ορμούν ακάθεκτοι. Οι μνήμες των παιδικών μου χρόνων από τις Δαφνές έρχονται σαν πλημμυρίδα και με κατακλύζουν. Η λύση στο πρόβλημα το οποίο αντιμετώπιζα, σχετικά με τον προορισμό όσο και την ταυτότητα του κτήματος την οποία τόσο καιρό έψαχνα, βρισκόταν τελικά μπροστά μου.
Αλλά περισσότερο βρισκόταν μέσα μου και απλώς δεν την έβλεπα και χρειάστηκε εκείνη η σκηνή λατρείας και στοργής από έναν άρχοντα, προς το δημιούργημά του, προκειμένου να συνειδητοποιήσω, αλλά συγχρόνως και να αποφασίσω ότι ο προορισμός, αλλά και η προσπάθειά μου από την στιγμή εκείνη και στο εξής, θα ήταν η δημιουργία κρασιού. Του καλύτερου κρασιού.
Ο κύβος είχε πια ριφθεί με συνέπεια μια καινούργια λευκή σελίδα ν’ ανοίγει στο χοντρό βιβλίο των Οβιδιακών μου μεταμορφώσεων. Στη συνέχεια, όλα ήρθαν απλά και φυσιολογικά. Φύτεψα αμπέλια, τα καλλιέργησα, έφτιαξα κρασί, που όπως όλα τα δημιουργήματα που βγαίνουν από αγάπη και δόσιμο, βγήκε εξαιρετικό με αποτέλεσμα έκτοτε, γιατί αυτό το συνέχισα και το συνεχίζω ακόμη, να τυχαίνει της γενικής αποδοχής του κοινού, αλλά και σημαντικών διεθνών βραβείων, υπό την επωνυμία «Κτήμα Γ. Κοκοτού ΑΕ» ή άλλως KOKOTOS ESTATE SA.

Περιγράψτε μου τις δραστηριότητές σας σε τομείς εκτός δουλειάς.
Παράλληλα με τα υπόλοιπα, από πολύ νέος ασχολήθηκα με τον αθλητισμό, αγωνιστικά αλλά και σε διοικήσεις αθλητικών ομίλων. Ετσι ξεκινώντας από κολυμβητής, σε πρόσθιο και water polo, με την ομάδα μας του Ηρακλείου Κρήτης να φτάνει ως τους τέσσερις φιναλίστ του Κυπέλου Ελλάδος, συνέχισα με στίβο -ακοντιστής- στον Πανελλήνιο Αθλητικό Σύλλογο. Συμμετείχα σε αγώνες στο Καλλιμάρμαρο Ολυμπιακό Στάδιο, με απόκτημα ένα χάλκινο μετάλλιο.
Ομως, κάποια στιγμή και μέσα στην «τρέλα» των νιάτων μου, ασχολήθηκα -για μικρό χρονικό διάστημα- και με αγώνες αυτοκινήτων, σε Ralley βασικά. Συνέχισα με την ιστιοπλοΐα ανοικτής θαλάσσης, που έγινε και το βασικό μου άθλημα. Αποτελώντας μέλος του Πανελληνίου Ομίλου Ανοικτής Θαλάσσης και κυβερνήτης ιστιοπλοϊκού σκάφους αγωνίστηκα, για χρόνια πολλά, με τα σκάφη μου «Tani blue I, II και III», «οργώνοντας» το Αιγαίο και κατακτώντας σημαντικές νίκες.
Ασχοληθήκατε και με τα διοικητικά;
Ναι. Κατ’ αρχάς στο άθλημα της ιστιοπλοΐας αναμείχτηκα στα διοικητικά, ως αντιπρόεδρος του Πανελληνίου Ιστιοπλοϊκού Ομίλου Ανοικτής Θαλάσσης (Π.Ο.Ι.Α.Θ.). Στη συνέχεια -αρκετά χρόνια αργότερα- ασχολήθηκα με την ιππασία, ερασιτεχνικά, όχι αγωνιστικά, πράγμα που έκαναν τα δυο μου παιδιά από την Αννα, διατελέσας επί χρόνια πρόεδρος του Ιππικού Ομίλου Αθηνών (Ι.Ο.Α.) και στη συνέχεια μέλος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ιππασίας και Πρόεδρος της Τεχνικής Επιτροπής του Ιππικού Τριάθλου.

Πείτε μας περισσότερα γι’ αυτό…
Ηταν ένα άγνωστο αγώνισμα στην Ελλάδα τότε, που λόγω της ανάθεσης, εκείνη την περίοδο, στην Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ανέλαβα την οργάνωση του αθλήματος με επισκέψεις μου ανά την Ευρώπη, προκειμένου να αποκτήσω το απαραίτητο know-how προκειμένου να το μεταδώσω σε αθλητές και κριτές έτσι ώστε να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε επάξια στις απαιτήσεις αυτού του δύσκολου κι επικίνδυνου αθλήματος, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.
Τώρα με τι ασχολείστε;
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ασχολούμαι με ένα άθλημα που ομολογώ μ’ έχει σαγηνεύσει. Το γκολφ. Υστερα μάλιστα από τον αδόκητο θάνατο του αγαπημένου φίλου των νεανικών μου χρόνων, Θόδωρου Βασιλάκη, δημιουργού της Aegean Airlines, αλλά και φανατικού γκολφέρ κι ιδιοκτήτη και δημιουργού του golf course της Χερσονήσου στην Κρήτη, ανέλαβα, κατά κοινή αποδοχή όλων των φίλων του, την προεδρία του νεοσύστατου αθλητικού σωματίου γκολφ, «Θόδωρος Βασιλάκης», που εδρεύει στην Κρήτη και σκοπό του έχει τη συνέχιση τού οράματος -όσον αφορά στο γκολφ- αυτού του μοναδικού ανθρώπου.

Πολλοί νέοι, κυρίως επιστήμονες, λόγω της κρίσης στην Ελλάδα, έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες για μια καλύτερη ζωή και επαγγελματική εξέλιξη. Εσείς ποιοι θεωρείτε θα ήταν οι καταλληλότεροι τρόποι για να αντιμετωπιστεί αυτό και να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα, συμβάλλοντας στη δημιουργία της νέας σύγχρονης Ελλάδας;
Η αλήθεια δυστυχώς για τον τόπο είναι ότι μεγάλη -ίσως η μεγαλύτερη- μερίδα των νέων αξιόλογων επιστημόνων, όλων των κλάδων της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά και απλών ανθρώπων, έχουν μεταναστεύσει. Ιδιαίτερα αυτό το κύμα φυγής τους εξελίχθηκε σε τσουνάμι τα τελευταία δέκα χρόνια της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας.
Τώρα όσον αφορά στον τρόπο επανάκαμψής τους αυτό αποτελεί ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, η λύση του οποίου εξαρτάται από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες, οι οποίοι έχουν να κάνουν βασικά με το γενικότερο κλίμα που θα πρέπει να επικρατήσει στη χώρα. Η λεγόμενη «ψυχολογία της αγοράς», που αναφέρεται κυρίως στους επενδυτές επιχειρηματίες, αλλά που διαχέεται και στο ευρύ κοινό ως αισιοδοξία, ότι η ζωή καλυτερεύει κι ότι αφήνουμε πίσω μας την κρίση.
Ηδη τους τελευταίους μήνες έχουμε ένα τέτοιο πρώτο δείγμα, κυρίως στον οικονομικό τομέα, ιδιαίτερα ύστερα από τις δραστικές μειώσεις των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, πράγμα που εξ αντικειμένου προοιωνίζει- σε συνδυασμό βέβαια με μερικές άλλες παραμέτρους που θα πρέπει να προσμετρηθούν- μια σταδιακή βελτίωση όλων των άλλων μεγεθών: Νέες επενδύσεις, αύξηση της ζήτησης εργασίας -με αντίστοιχη μείωση της ανεργίας- και ως επακόλουθο την αύξηση των απολαβών των εργαζομένων.
Γενικότερα όμως θα πρέπει συγχρόνως να διαμορφωθεί ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς στον πολίτη -αισθήματα στα οποία, τα χρόνια της κρίσης, παρουσιάστηκε μεγάλο έλλειμμα- με την πάταξη της αναίτιας βίας και συγχρόνως της προστασίας της ζωής και περιουσίας των πολιτών, από μια υφέρπουσα εγκληματικότητα που έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Επίσης σημαντικό.
Της καθιέρωσης σταθερών οικονομικών κυρίως κανόνων. Σταθερό και μόνιμο φορολογικό σύστημα στη χώρα, που θα αφορά στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων ιδιωτών, υπαλλήλων, συνταξιούχων και βεβαίως επιχειρηματιών-επενδυτών. Επίσης την καθιέρωση σταθερών κανόνων αδειοδότησης των νέων επιχειρηματικών σχεδίων, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της γραφειοκρατίας -της γάγγραινας αυτής που μας ταλανίζει για δεκαετίες τώρα- κι αποτρέπει κάθε υγιή επιχειρηματία να επενδύσει.
Σ’ ένα τέτοιο κλίμα μπορεί κανείς να αισιοδοξεί ότι ένα σημαντικό μέρος των νέων, που μετανάστευσαν εξαιτίας της κρίσης, θα επανακάμψουν για να καλύψουν τις ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, που θα δημιουργηθούν από τις νέες επενδύσεις, αλλά και λόγω του γενικότερου κλίματος αισιοδοξίας, ασφάλειας και σιγουριάς που θα επικρατεί στον τόπο μας.

Ποια θυμάστε σαν την ωραιότερη περίοδο της ζωής σας;
Στη διάρκεια της ζωής μου υπήρξαν αρκετές -όχι όμως πολλές- ευτυχισμένες περίοδοι, όμως η περίοδος των δεκατεσσάρων μηνών που χρειάστηκα για την κατασκευή του Elounda beach υπήρξε, η πιο πλήρης, η πιο ξέγνοιαστη -παρά τις δυσκολίες της κατασκευής ή ίσως γι’ αυτό;- αλλά και η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου.
Ερωτας…
Η πηγή της ζωής κι η κινητήριος δύναμη των πάντων. Η Γυναίκα – Ηγερία υπήρξε πάντοτε το σύμβολο κι η κινητήρια δύναμη για κάθε σχεδόν μεγάλο επίτευγμα του ανθρώπου.
Από πού αντλείτε την ενέργειά σας;
Θεωρώ τον εαυτό μου ότι αποτελεί ένα κινητό μέσο, που έχοντας υπερνικήσει τις δυνάμεις αδράνειας, κινείται πια ομαλά και αέναα προς νέους προορισμούς του.
Τι είδους βιβλία διαβάζετε;
Δεν κάνω επιλογές. Τα πάντα. Από Ντοστογιέφσκι σε Yalom, από Κάφκα σε Καζαντζάκη , από Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, σε Μπλαβάνσκι, αλλά και «άφθονο» Wilbur Smith, Βασίλη Βασιλικό βέβαια, αλλά και νεώτερους Ελληνες αξιόλογους συγγραφείς. Γενικά ό,τι πέσει στα χέρια μου. Διαβάζω τις πρώτες τριάντα σελίδες του κι αν δεν με «αρπάξει» το αφήνω. Ιδιαίτερα όμως προτιμώ τα στριφνά βιβλία κι ιδιαίτερα εκείνα που ασχολούνται με την ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων του βιβλίου.


Για τι αξίζει σήμερα να αγωνίζεται κάποιος;
Για τις αξίες του. Να μην τις απεμπολεί, ανεξαρτήτως των δυσκολιών που αντιμετωπίζει στη ζωή του κι επίσης να στηρίζει κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στη διάσωση του πλανήτη -του μεγάλου μας σπιτιού-, από την κλιματική αλλαγή που επελαύνει ακάθεκτη κι εμείς, ως άλλοι Επιμηθείς, περί άλλων τυρβάζουμε…
Πνευματική φτώχεια…
Είναι πιστεύω το πιο κρίσιμο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, τα τελευταία ιδίως χρόνια, στην Ελλάδα. Την καταρράκωση της Παιδείας, με συνέπεια να μεγαλώνουμε γενιές ημιμαθών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι φετινές πανελλήνιες εξετάσεις κατά τις οποίες έγιναν δεκτά, σε ανώτατες σχολές, παιδιά που ουσιαστικά είχαν δώσει λευκή κόλλα.
Είναι ένα θέμα που θα πρέπει να μας προβληματίσει όλους, αλλά και να ενεργοποιήσει την Πολιτεία, αφού η Παιδεία ενός λαού, το πρώτο σκαλοπάτι για την καλλιέργειά του, καθορίζει την ταυτότητά του, όσο και την εν γένει πορεία του στον συνεχώς εξελισσόμενο κι ανταγωνιστικό κόσμο που ζούμε.
Ποια είναι η πιο δυνατή στιγμή της ζωής σας;
Στη ζωή μου υπήρξαν πολλές δυνατές στιγμές που όλες σχεδόν είχαν να κάνουν με επιστημονικές, επιχειρηματικές ή αθλητικές μου επιτυχίες, που όλες τους μαζί και κάθε μια ξεχωριστά, μου έδιναν απροσμέτρητη χαρά. Είχα ακόμη δυνατές οικογενειακές στιγμές που έμειναν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη μου.
Ομως, η εικόνα μιας κατάμεστης αίθουσας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, να χειροκροτεί με ενθουσιασμό την ομιλία μου κατά την παρουσίαση του βιβλίου μου «Το χωράφι της Μαρούλαινας», υπήρξε η δυνατότερη, μέχρι τώρα τουλάχιστον, στιγμή της ζωής μου κι αυτό γιατί ήταν το αποτέλεσμα της αναγνώρισης και επιβράβευσης μιας ενασχόλησής μου, της συγγραφής, που μου προέκυψε αρκετά αργά κι από το πουθενά…

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;
Πέρασαν τα χρόνια ώσπου ένα απόγευμα, καθισμένος στο γραφείο μου, έπιασα ασυναίσθητα την πέννα μου κι άρχισα να γράφω σκόρπιες λέξεις, μνήμες από τη ζωή μου όταν αίφνης, ένα φράγμα λες κι έσπασε, κι οι μνήμες ξεχύθηκαν με τόση ένταση, με τέτοια ορμή και σε τόσο πλήθος που δεν προλάβαινα να γράφω όλα όσα συνέβησαν στη ζωή μου, ιδιαίτερα στα πρώτα ταραγμένα χρόνια της, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο.
Κι όταν ύστερα από τρεις εβδομάδες σταμάτησα να γράφω, ένα «βουνό» χαρτιών βρισκόταν μπροστά μου. Δεν πίστευα όμως τότε ότι αυτές οι εκατοντάδες πυκνογραμμένες σελίδες θα γίνονταν βιβλίο: «Το χωράφι της Μαρούλαινας» και μάλιστα θα το προλόγιζε ο Βασίλης Βασιλικός.

Είναι ένα βιβλίο, πιστεύω ότι απευθύνεται σε όλες τις γενιές, παλαιότερες αλλά και νεώτερες. Εκείνες μεν που έζησαν την τραγωδία του πολέμου, αλλά και στις νεώτερες, που πολλά έχουν να μάθουν από τους ηρωισμούς των παππούδων τους.
Και βεβαίως για τους ίδιους λόγους -πιο ισχυρούς όμως εδώ- απευθύνεται στους Ελληνες της Διασποράς, που ενώ δεν είχαν καμιά υποχρέωση -Ελληνες ίσως πιο Ελληνες από τους Ελληνες- προσέτρεξαν ως εθελοντές στο κάλεσμα της πατρίδας τους πολεμώντας εδώ, αγκαλιά με τα στρατευμένα μας παιδιά και σμίγοντας το αίμα τους μαζί τους, για την κοινή μας πατρίδα, αλλά συνάμα και για μια μεγάλη ιδέα που μας κρατεί αιώνες τώρα μονιασμένους και ζωντανούς. Την Ελευθερία.
Μεγάλη τιμή…
Πολύ. Κι ήταν τότε που ασυναίσθητα, απαριθμώντας τα επαγγέλματα με τα οποία είχα καταπιαστεί, βρήκα ότι ήταν έξι (Τοπογράφος, Μελετητής (στατικός), Κατασκευαστής, Ξενοδόχος, Αμπελουργός, Οινοπαραγωγός), αλλά όταν ο μεγάλος μας συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, στον πρόλογό του στο βιβλίο μου, με αποκάλεσε «ταλαντούχο συγγραφέα», πείστηκα ότι είχα πιάσει τελικά το μυθικό: Επτά!









