
Τα βλέφαρα σαν κλείσω τοποθετούμαι σ΄ ένα μεγάλο κήπο
τα χρώματα απαλά τα αισθάνομαι στα εσώψυχα σου.
Διέγραψε το ψέμα που διάδωσαν για σένα,
ξετίναξε το κορμί σου, ξέπλυνε την ψυχή σου,
ο οίκος σου να καθαρίσει, να αστράψει όπως την πρώτη μέρα.
Τα βλέφαρα σαν κλείσω , προχωρώ σε μονοπάτι γεμάτο φως,
τρεχούμενα νερά στην άκρη, πουλιά κελαηδούν δεξιά κι αριστερά.
Δεν ήξερες τίποτα, αθώα ήσουν, άσπιλη και αγνή προσήλθες,
Έλαμπες, σαν ήλιος δυνατός πήγες να τους θαμπώσεις.
Τα βλέφαρα σαν κλείσω, σπλάχνο της φύσης ξεπροβάλει,
με χαρίσματα πολλά ντύνεται και στέλνεται στη γη να συνεισφέρει .
Δεν ήξερες τίποτα, όταν άπλωνες το χέρι σου στον ετερόφυλο σου
σκέφτομαι την καρδιά σου να χτυπά από χαρά που συναντούσες τον όμοιο σου,
εκείνο το χαμόγελο σου, που έσβησε.
Την προίκα σου σφετερίστηκαν, γιατί σε ζήλεψαν από την πρώτη μέρα,
σαγήνεψες δίχως να ξέρεις, τους ξύπνησες ένστικτα ζωώδη,
δεν πρόλαβες να σπείρεις τους καρπούς που προορίστηκες.
Σκέφτομαι το χέρι σου να τραβιέται ματωμένο , τα ουρλιαχτά σου
που άκουγαν μόνο τα βουνά, τα δάση κι όλη η φύση.
Τα πουλιά να σηκώνονται απ΄ τα κλαδιά και να πετούν μακριά,
τα ζώα να τεντώνουν τα αυτιά, ξιπάστηκαν κι αυτά.
Συλλογίζομαι και δακρύζω, δεν θέλω πια τα βλέφαρα μου να τα κλείσω,
γιατί το αίμα σου κύλησε έβαψε με κόκκινο τα περασμένα χρόνια.
Δεν θέλω πια να δω τις μαύρες νύχτες που σφάγιαζαν την καρδιά σου,
Τις μέρες που τα γόνατα σου έσερνες και τις πληγές σου έκρυβες,
το σώμα σου το γδαρμένο σκέπαζες .
Ω! Σπλάχνο της φύσης , πόσο αδικημένο είσαι!
Ο άρρεν σε έκρυψε από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Χαίρε την μέρα που θα αποβάλεις για πάντα τα ψέματα τους,
χαίρε την μέρα που θα σου φιλήσουν το χέρι από αγάπη.
Εύα Διαμαντάκη
Συγγραφέας του μυθιστορήματος ”Συνήγορος της ζωής” , Συγγραφέας του θεατρικού έργου ”Εκ του Μηδενός”










