Μοχλός ανάπτυξης ο πρωτογενής τομέας

γράφει ο Γιώργος Αγαπητός*

* Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπηρεσιακός υπουργός Οικονομικών

Η ελληνική οικονομία το 2018 βρίσκεται σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι και μόνο η κατάλληλη πολιτική θα οδηγήσει σε ανάπτυξη και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το 1980 η Ελλάδα ήταν η 14η πλουσιότερη χώρα της Ε.Ε., ενώ σήμερα είναι η 28η. Προτεραιότητα έχει η ουσιαστική έξοδος από την οικονομική δίνη κι όχι οι μικροκομματικές σκοπιμότητες κατάληψης της εξουσίας, αλλιώς θα επαναληφθούν οι οδυνηρές οικονομικές και εθνικές καταστροφές του παρελθόντος.

Ο κρατικός Προϋπολογισμός του 2019 (η συζήτηση του οποίου είναι κοστοβόρα και χρονοβόρα για τη Βουλή χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί είναι «τυπικό» νομοσχέδιο και δεν επιδέχεται καμία αλλαγή) δεν εμπεριέχει κανένα αποτελεσματικό μέτρο εξόδου από την κρίση. Ειδικότερα, εμπεριέχει «συσταλτική» και όχι «επεκτατική» οικονομική πολιτική αφού τα έσοδα υπερβαίνουν τις δαπάνες, ενώ η ύφεση την απαιτεί για να αντιμετωπιστεί ελλειμματικός ή τουλάχιστον ισοσκελισμένος προϋπολογισμός και ποτέ πλεονασματικός. Αρα, δεν συμβάλλει ούτε στην ανάπτυξη ούτε στη δικαιότερη αναδιανομή του εισοδήματος.

Η κύρια, βέβαια, ευθύνη ανήκει στην παράλογη οικονομική πολιτική που επιβάλλει διαχρονικά η Ε.Ε. και γίνεται αποδεκτή από μερικά κράτη-μέλη, γιατί η πολιτική αυτή δεν στηρίζεται σε καμιά οικονομική θεωρία ή κοινή λογική. Γι’ αυτό στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες επικρατεί σήμερα μια πρωτόγνωρη αναταραχή (βλ. Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία). Η αυταρχική αυτή πολιτική, η οποία είναι αντιφατική με τις βασικές αρχές της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΟΚ, οδηγεί: στον κατακερματισμό της Ε.Ε. (Βορράς-Νότος), στην απουσία αλληλεγγύης-σύγκλισης των κρατών-μελών, στην αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και της ισότιμης συμμετοχής των μελών, στην ενίσχυση των ανισοτήτων, στην αδυναμία εξασφάλισης των ευρωπαϊκών συνόρων και στην υποβάθμιση των ευρωπαϊκών πολιτιστικών-ανθρωπιστικών αξιών. Η Ευρώπη, πάντοτε, έδινε προτεραιότητα στις ανθρώπινες αξίες και όχι στα χρηματιστήρια ή στα χρηματοπιστωτικά άυλα προϊόντα ή γενικότερα στο χρήμα. Απλά, παρασύρθηκε από αμερικανικές θεωρίες (βλ. Σχολή του Σικάγου), ξέχασε τον Keynes, παραμερίζοντας τη δημοσιονομική υπέρ της νομισματικής πολιτικής, έβαλε δηλαδή το κάρο μπροστά από το άλογο. Η πορεία αυτή της Ε.Ε. αποκαλύπτει το χαμηλό επίπεδο ηγεσιών και την επικράτηση των τεχνοκρατικών αντί των πολιτικών αποφάσεων, με τεράστιο κόστος για τα κράτη-μέλη.

Επιβάλλεται συνεπώς κάθε κράτος-μέλος να συμβάλει στην αλλαγή αυτής της πορείας και να αξιοποιήσει τα δικά του συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η Ελλάδα διαθέτει πολλά συγκριτικά φυσικά-πολιτιστικά πλεονεκτήματα τα οποία στερούνται πολλά κράτη-μέλη, ιδίως εκείνα του Βορρά. Η προσεκτική, συνεπώς, τουριστική ανάπτυξη προηγείται γιατί είναι εφικτή και προσοδοφόρα, δεδομένου ότι κάθε κάτοικος αυτού του πλανήτη έχει το όνειρο να επισκεφθεί την Ελλάδα προκειμένου να χαρεί τον ήλιο, να δει Ακρόπολη – Δελφούς – Ολυμπία. Σημαντικό, όμως, ρόλο έχει πάντοτε ο πρωτογενής τομέας (γεωργία, κτηνοτροφία, δάση, αλιεία), που δυστυχώς διαχρονικά παραμελήθηκε με τραγικές συνέπειες για την ύπαιθρο και την αστυφιλία. Οπως αποκαλύπτουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, η συμβολή αυτού του τομέα στο ΑΕΠ κάποτε ήταν πολύ σημαντική και τώρα είναι σχεδόν μηδενική. Συγκεκριμένα, το 1950 ήταν 27,7%, το 2000 5,2%, το 2010 3,3%, και το 2017 4,2%, με συνέπεια να αυξάνονται συνεχώς οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων που επιδεινώνουν το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Η οριακή, έστω, θετική εξέλιξη κατά την περίοδο 2010-2017 είναι πολύ ενθαρρυντική. Πράγματι, πολλοί νέοι άρχισαν να δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα, για να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας και μια φυσιολογική ζωή που τους έχει στερήσει η 10ετής οικονομική κρίση. Μακάρι η κρίση να οδηγήσει στη φύση που θα θυμίζει την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο τομέας αυτός είναι βασικός πυλώνας εκκίνησης της αναπτυξιακής διαδικασίας και κράτησε όρθιες τις κοινωνίες πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά από πολεμικές καταστροφές. Οι χώρες τότε δεν είχαν βιομηχανία, τεχνολογία, ή τομέα υπηρεσιών, και σώθηκαν από τον πρωτογενή τομέα, τα ορυχεία και από τη βιοτεχνία. Σήμερα οι συνθήκες είναι πολύ ευνοϊκές για την ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής, χωρίς τον παραγκωνισμό των άλλων τομέων της οικονομίας, γιατί η τεχνολογία τής παρέχει σημαντικά εργαλεία και υψηλή αποδοτικότητα, αλλά απαιτείται η κατάλληλη πολιτική. Η Φύση είναι σοφή και ανταποδοτική, αρκεί να μην παραβιάζονται οι κανόνες της ή να υβρίζεται (βλ. υβρίδια- μεταλλαγμένα) γιατί τότε εκδικείται.

Ο,τι συμβαίνει με τη Φύση συμβαίνει και με τη Δημοκρατία, η οποία έχει αρχές και κανόνες που επιβάλλεται να ακολουθούν οι κοινωνίες. Βασικοί δημοκρατικοί κανόνες είναι: η ισονομία, η ίδια ευκαιρία απασχόλησης για όλους τους πολίτες, η δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών εισοδημάτων – πλούτου και η εξασφάλιση της ασφάλειας (προσωπικής – περιουσιακής) όλων των πολιτών στον ίδιο βαθμό με τα δημόσια-επίσημα πρόσωπα. Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από φρούρηση, αλλά από περιφρούρηση των δημοκρατικών θεσμών, ώστε να προλαμβάνονται και να τιμωρούνται οι εγκληματικές πράξεις. Οι ευκαιρίες απασχόλησης είναι απαραίτητες και πρέπει να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα-ενεργός ζήτηση (κατανάλωση και επενδύσεις) για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Είναι τραγική η διαπίστωση ότι την τελευταία 5ετία μειώθηκαν οι απασχολούμενοι κατά 850.000, χάθηκαν 315.000 ειδικευμένοι τεχνίτες και εξαφανίστηκαν πάρα πολλά παραδοσιακά επαγγέλματα.

Αποτελεσματικά αντίδοτα αυτής της ύφεσης είναι η κατάρτιση ενός επεκτατικού κρατικού Προϋπολογισμού (δηλ. ελλειμματικού, βλ. Ιταλία), η μείωση όλων των φορολογικών συντελεστών και των εισφορών (τουλάχιστον κατά 30%), η μείωση του αριθμού των βουλευτών (κατά 50%) και των μελών του υπουργικού συμβουλίου (κατά 70%). Ο πλεονασματικός κρατικός Προϋπολογισμός (ακόμη και εικονικός) κατά την περίοδο οικονομικών κρίσεων επιδεινώνει την οικονομική δραστηριότητα και πρέπει να αποφεύγεται ακόμη και αν αυτό οδηγεί σε ρήξη με την Ε.Ε.

Παράλληλα η Ε.Ε. πρέπει να εγκαταλείψει την πολιτική των προγραμμάτων λιτότητας, των πλεονασματικών προϋπολογισμών, της περιορισμένης νομισματικής ρευστότητας, των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (είναι αναγκαία η προσέγγιση του επιτοκίου δανεισμού με εκείνο των καταθέσεων). Επιπλέον, πρέπει να μελετήσει την περίπτωση έκδοσης νέου χρήματος ή ομολόγων, της ανακύκλωσης των πλεονασμάτων (βλ. ΗΠΑ) των κρατών-μελών, της αύξησης των κοινοτικών πόρων (από 1% τουλάχιστον 10%, όταν στις ΗΠΑ είναι άνω του 20% του ΑΕΠ) και της αποτελεσματικής μεταναστευτικής πολιτικής. Εάν η ευρωπαϊκή ηγεσία συνεχίσει την ίδια πολιτική, είναι βέβαιο ότι πλησιάζει η διάλυση της Ε.Ε.

* Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπηρεσιακός υπουργός Οικονομικών

REAL.GR