
Μεγάλες πολιτικές ευθύνες στους Αβραμόπουλο, Γεωργιάδη, Λοβέρδο και Βορίδη επιρρίπτει το πόρισμα για το Ερρίκος Ντυνάν που προτείνει στις αρμόδιες δικαστικές αρχές να διαπιστώσουν εάν οι κύριοι Ανδρέας Λοβέρδος και Άδωνις Γεωργιάδης τέλεσαν αδικήματα «δια πράξεων ή παραλείψεων».
Το πόρισμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να διαβιβαστεί στην εισαγγελία για την περαιτέρω διερεύνηση των φακέλων. Οι Υπουργοί, οι οποίοι κατά τον ΣΥΡΙΖΑ έχουν πολιτικές ευθύνες είναι ο Ανδρέας Λοβέρδος για τον οποίο αναφέρουν ότι στην κατάθεση του απέφυγε να απαντήσει με ειλικρίνεια ενώ το δεύτερο όνομα είναι του Άδωνι Γεωργιάδη.
Τι αναφέρει το πόρισμα:
«Η Εξεταστική Επιτροπή εκτιμά ότι οι πολιτικές ευθύνες των Κυβερνήσεων των ετών 1992 – 2014 (και κυρίως των ετών 2006 – 2014) και των Υπουργών Υγείας, οι οποίοι παρενέβησαν είτε νομοθετικώς, είτε με άλλους τρόπους (Δ. Αβραμόπουλος, Α. Λοβέρδος, Α. Γεωργιάδης και Μ. Βορίδης), εκ του επιδιωχθέντος και εν τέλει επιτευχθέντος αποτελέσματος (εκποίηση δια πλειστηριασμού του Νοσοκομείου «ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ») είναι σαφείς και μεγάλες, αφορώσες τόσον την παραβίαση του Συντάγματος και του νόμου, όσον και την μη ορθή υπηρέτηση του εν ευρεία εννοία δημοσίου συμφέροντος, που επλήγη από τη μεταβολή του περιεχομένου και των όρων της δωρεάς του Ε.Ε.Σ. προς το Κ.Ι.Ε.Ν. ως προς τις διατάξεις του Οργανισμού του υπέρ του κοινωφελούς σκοπού, που αυτό ετάχθη να εξυπηρετεί».
«Η Εξεταστική Επιτροπή εκτιμά ότι, αναφορικώς με όσα κατέθεσε ενώπιόν της ο Α. Λοβέρδος, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές Αρχές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν τελεσθεί διά πράξεων ή παραλείψεων αδικήματα, δεδομένου ότι από τα προαναφερόμενα με σαφήνεια προκύπτει ότι κατά την ένορκη εξέτασή του στη συνεδρίαση της 18-7-2017 απέφυγε να απαντήσει με ειλικρίνεια στο ερώτημα για τον λόγο που η εν λόγω τροπολογία συνετάγη τον Ιούλιο του 2011 από τον Α. Μαρτίνη και τον Β. Στεργίου, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντιστοίχως του Δ.Σ. του Κ.Ι.Ε.Ν., επιμείνας ότι αυτή συνετάγη τον Μάρτιο του 2012 από το νομικό του σύμβουλο Δημήτριο Μπαλασόπουλο, οπότε και ψηφίσθηκε.









