Το αντιαναπτυξιακό δημοσιονομικό πλεόνασμα της ύφεσης και της υπερφορολόγησης

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πανηγυρίζει επειδή «πέτυχε» δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,9%, υπερβαίνοντας τον στόχο που ήταν 0,5%. Σκοπεύει δε, λέει, να χρησιμοποιήσει αυτήν την «επιτυχία» ως όπλο εναντίον του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο κατά τις επικοινωνιακές ανάγκες του κ. Τσίπρα άλλοτε μετατρέπεται σε «φίλο» και άλλοτε σε «εχθρό».

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για όπλο το οποίο ο κ. Τσίπρας έστρεψε εναντίον του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των πιο παραγωγικών Ελλήνων, τους οποίους υπερφορολόγησε, αδυνατίζοντας ακόμη περισσότερο την όποια παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε όλα τα επίπεδα μαζί με την αύξηση στον ΦΠΑ και στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, η αύξηση των προκαταβολών φόρου στις επιχειρήσεις, η μείωση του αφορολόγητου στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και η αφαίρεση ποσών από τις, ουσιαστικά, δεσμευμένες μικροκαταθέσεις των Ελλήνων πολιτών, ήταν τα βασικά όπλα με τα οποία η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου «πέτυχε» το δημοσιονομικό πλεόνασμα για το οποίο θριαμβολογεί, ενώ ξέρει πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να διατηρηθεί αφού διαλύει την οικονομία και την οδηγεί στην παράταση της στασιμότητας.

Αποδείχθηκε ότι όλα τα μέτρα που επέλεξε να πάρει ο κ. Τσίπρας σε εφαρμογη του σκληρού τρίτου μνημονίου που υπέγραψε ήταν υφεσιακά και αντιαναπτυξιακά, για να διαψευστεί για πολλοστή φορά σε σχέση με τις συνειδητά ψεύτικες υποσχέσεις που έδωσε στον κόσμο. Το πλεόνασμα του κ. Τσίπρα δεν προήλθε από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, αλλά από την αφαίμαξή της και τη χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητάς της.

Το πολιτικό ερώτημα είναι γιατί επιδίωξαν με τέτοιο πάθος αυτό το πλεόνασμα σε βάρος της οικονομίας και της κοινωνίας; Για ποιους ανομολόγητους σκοπούς θέλουν να το χρησιμοποιήσουν;