“ΑΝΑΣΤΑΣΗ” απο τον Καζαντζακη

Γράφει η Τένια Σταμπούλου

Κοντεύει να ξημερώσει η μέρα της Λαμπρής. Ο παπα- Καφατος, μέσα στα βουνά της Κρήτης, τρέχει από χωριό σε χωριό κι ανασταίνει το Χριστό, γρήγορα γρήγορα, γιατί είναι πολλά τα χωριά και δεν έχουν παρά αυτό μονάχα παπά και πρέπει να κάμει Ανάσταση σε όλα πριν ξημερώσει. Ανασκουμπωμένος, φορτωμένος τ άμφια του και το βαρύ ασημένιο Βαγγελιο, σκαρφαλώνει μέσα στην άγια νύχτα στα κατσάβραχα, τρέχει αγκομαχώντας, φτάνει σ’ ένα χωριό, ανασταίνει και χυμάει ξεγλωσσισμένος σ άλλο χωριό.

Στο τελευταίο χωριουδάκι, σφηνωμένο μέσα στους βράχους, οι χωριανοί μαζεμένοι στην εκκλησούλα άναψαν τα καντήλια, κουβάλησαν από τη ρεματιά δάφνες και μέτριες και στόλισαν τα κονιάματα και την πόρτα, κρατούν σβητά τα κεριά τους και περιμένουν να ‘ ρθει ο Μέγας Λόγος ν’ ανάψουν.

Και να, μέσα στη σιγαλιά ακούστηκε χαλικισμός, σαν άλογο βιαστικό να σκαρφάλωνε την πλαγιά του βουνού και κυλούσαν οι πέτρες.

Έρχεται!!!!! Έρχεται!!!!!!

Όλοι πετάχτηκαν έξω. Ρόδιζε πια η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα τσοπανόσκυλα γάβγισαν χαρούμενα κι ολομεμιάς, πίσω από ένα σγουρό πουρνάρι, ξεστηθωμένος , συνεπαρμένος από τους πολλούς Χριστούς που’ χε αναστήσει, πετάχτηκε μαύρος, από κοντός, με ξέπλεκα μαλλιά, ο γερό- παπά- Καφατος.

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος. Έδωκε ένα Σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες. – Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά ! φώναξε.

Η γνώριμη πολύ τριμμένη λέξη: ανέστη, τα ου φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη. Δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία. Πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλη του παπά.

Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι. Και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γέρο – Κρητικός, δημιουργώντας την καινούργια λεξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το ΧΡΙΣΤΟ.

“Αναφορά στον Γκρέκο “

Καλη Ανάσταση και Χρόνια πολλά!!!!